Τεχνηέντως 6 Φεβρουαρίου 2010

Περηφάνιες

Για δεύτερη χρονιά διεξάγεται σήμερα η έκθεση-δημοπρασία προς ενίσχυση του φεστιβάλ Αthens Ρride. Διοργανώνεται στην γκαλερί Τhe Βreeder (έναρξη στις 20.00) και συμμετέχουν 22 καλλιτέχνες, οι οποίοι δώρισαν τα έργα τους, μεταξύ άλλων οι Κωνσταντίνος Κακανιάς, Εm Κei, Ντόρα Οικονόμου, Άγγελος Παπαδημητρίου, Λήδα Παπακωνσταντίνου, Νίκος Χαραλαμπίδης κ.ά. Την επιμέλεια της έκθεσης έχει η τεχνοκριτικός και ακτιβίστρια Άντρεα Γκίλμπερτ, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Αthens Ρride. Τιμές εκκίνησης στη δημοπρασία από 300 ευρώ. Οσοι πιστοί...

Ατμόσφαιρες

Προ ημερών βρέθηκα σε έναν πολύ ωραίο χώρο. Δεν είχα ξαναπάει στο ΤΑF (Τhe Αrt Foundation) και πραγματικά εντυπωσιάστηκα. Ένας όμορφος χώρος, όπου ακόμη και η κακή κατάσταση κάποιων τμημάτων των κτιρίων (ο κύριος κορμός του κτιρίου χρονολογείται από το 1870 με προσθήκες περί το 1900) δημιουργεί τόσο καλή ατμόσφαιρα που όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά γοητεύει κιόλας. Καταλαβαίνω, αυτό που λέω ακούγεται ως εκζήτηση αλλά δεν είναι. Πρέπει να πάτε. Έχει και μπαρ.

Υπαινιγμοί

Στο TAF ως τις 14 Φεβρουαρίου φιλοξενείται η ομαδική έκθεση «Νightwatch» -  ενδιαφέρουσα, αν και κάπως συμβατικά στημένη. Συμμετέχουν μεταξύ άλλων οι Κώστας Μπασάνος, Γιώργος Ταξιαρχόπουλος, Δημήτρης Φουτρής κ.ά. Η έκθεση περιλαμβάνει ωστόσο και κάποια έργα της Νίνας Παπακωνσταντίνου - ό,τι καλύτερο έχω δει τον τελευταίο καιρό. Η Παπακωνσταντίνου συνεχίζει να καταπιάνεται με κειμενικές αναφορές αλλά ο τρόπος της έχει ωριμάσει ασύλληπτα. «Με απασχολεί» έχει πει η ίδια στην Τίνα Πανδή, στις «Προσωπικές ιστορίες» που έχει συγκεντρώσει το ΕΜΣΤ, «η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εικόνα του, είτε αυτή δημιουργείται από τα ίχνη της γραφής είτε από συσσωρεύσεις γραφής στην ίδια επιφάνεια. Και στις δύο περιπτώσεις απουσιάζει το κείμενο ως αναγνωρίσιμος κώδικας επικοινωνίας και ως εκ τούτου υπάρχει πλέον μόνο η εικόνα». Δυστυχώς η φωτογράφιση αδικεί πάντα τέτοια έργα (μολοντούτο δημοσιεύω μια φωτογραφία), καθώς είναι τόσο υπαινικτικά και λεπτεπίλεπτα που μόνο αν τα δει κανείς από κοντά λειτουργούν στ΄ αλήθεια.

Τhe Βreeder, Ιάσονος 45, Μεταξουργείο, τηλ. 210 3317527, www.thebreedersystem.com * ΤΑF, Νορμανού 5, Μοναστηράκι, τηλ. 210 3238.757, www.theartfoundation.gr [Στη φωτογραφία: «Βed time stories», ένα από τα έργα της Νίνας Παπακωνσταντίνου που εκτίθενται στο ΤΑF ως τις 14 Φεβρουαρίου στο πλαίσιο της ομαδικής έκθεσης «Νightwatch»]

Εμβόλιμα (trébuchet)


Καιρό τώρα σκέφτομαι να ανοίξω ένα αγγλόφωνο ιστολόγιο. Δεν με έκανε να διστάζω μόνο η δυσκολία – πού χρόνος για τόσο γράψιμο; – αλλά και η περίεργη στάση που διακρίνει πολλούς σχετικά με τη χρήση της αγγλικής: μπορεί να λένε τα μισά στα αγγλικά όταν συζητούν αλλά η ιδέα ότι ένας Έλληνας, βασισμένος στην Ελλάδα, μπορεί να χρησιμοποιεί την αγγλική ως κύριο μέσο γραφής είναι ικανή να τους προκαλέσει κρίση. Αλλά δεν χρειάζεται να κατηγορώ τους άλλους, το ξέρω και από τον εαυτό μου: μολονότι γνωρίζω καλά ότι ειδικά στα εικαστικά, το πεδίο είναι πλέον παγκόσμιο και όλοι επικοινωνούμε σε (κακά) αγγλικά, έχω φορές φορές σαρκάσει τους αγγλικούς τίτλους των αθηναϊκών εκθέσεων. 

Η ανάγκη για ευρύτερη επικοινωνία, όμως, παραμένει. Χώρια που επειδή πολλές ώρες της εβδομάδας μου είναι αφιερωμένες στο γράψιμο έτσι κι αλλιώς, η δυνατότητα να βγαίνω λίγο παραέξω με το μυαλό μου, απολαμβάνοντας την απόσταση που μόνο μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική μπορεί να μου χαρίσει, μού μοιάζει πολύ ελκυστική.

Έτσι λοιπόν, το αποφάσισα. Το νέο μου ιστολόγιο λέγεται trébuchet. Όχι, δεν εγκαταλείπω αυτό εδώ. Φιλοδοξώ να τα φροντίζω και τα δύο.

(Παρεμπιπτόντως, «trébuchet» είναι ο καταπέλτης. Αλλά εκτός από αυτό - κουίζ για δυνατούς λύτες -, στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα είναι και κάτι ακόμη.)

Εμβόλιμα (Ντζάνγκο Ράινχαρντ & Γ. Π. Σαββίδης)

Δεν γράφω για μουσική σε αυτό το ιστολόγιο, όσο κι αν παθιάζομαι με κάποιες μουσικές. Δεν είναι το θέμα του. Καθ' ότι όμως έχω προβλέψει τα «εμβόλιμα» και για να αφήνω πότε πότε τον εαυτό μου να ξεφεύγει, έκρινα ότι, πέφτοντας πάνω στο εξής υπέροχο, έπρεπε να το μοιραστώ: το 1949, ο Γ. Π. Σαββίδης συνάντησε τον Ντζάνγκο Ράινχαρντ και του πήρε μια συνέντευξη, την οποία δημοσίευσε στο Δελτίο της Ρυθμικής Λέσχης της Ελλάδος. Αποσπάσματα από τη συνέντευξη μπορείτε να διαβάσετε στο σημερινό Βήμα, όμως εδώ ανεβάζω τις σελίδες του Δελτίου αυτούσιες. Πέρα από την ευκαιρία να διαβάσει κανείς όλο το κείμενο, υπάρχουν κι εκείνα τα πράγματα που εμένα τουλάχιστουν μου ασκούν γοητεία - τα λατινικά στοιχεία, λόγου χάρη, που, τοποθετημένα καθώς είναι κι αυτά με το χέρι, είναι μικρότερα και πέφτουν πιο χαμηλά από τα ελληνικά -, πράγματα που τα έχουμε ξεχάσει. Για όσους αγαπούν τις φιλολογικές curiosités, λοιπόν, και φυσικά τη τζαζ, τη σπουδαιότερη μουσική του 20ού αιώνα.






N.B. Πατήστε πάνω στις εικόνες για να τις μεγαλώσετε.

Τεχνηέντως 30 Ιανουαρίου 2010

Κριτικές Ι

Εγραφα προχθές λίγα σχόλια για το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Λίγο αργότερα έπεσα πάνω σε τρεις συζητήσεις, μία διαδικτυακή και δύο κατά πρόσωπο, όπου διάφοροι έπνεαν μένεα κατά της διευθύντριας του ΕΜΣΤ Αννας Καφέτση. Βασικό στοιχείο της «κριτικής» ήταν η εύνοια που φάνηκε να απολαμβάνει από τον υπουργό Πολιτισμού Παύλο Γερουλάνο, σύμφωνα με τον προχθεσινό του λόγο, στα εγκαίνια της αναδρομικής του Χρόνη Μπότσογλου στο ΕΜΣΤ: ο υπουργός - λέγανε, έμπλεοι ηθικής αγανάκτησης - αποτίει φόρο τιμής στην παρ΄ ολίγο βουλευτίνα και πάει λέγοντας.

Το πρώτο που κάνει εντύπωση είναι το πραγματολογικό λάθος: η Αννα Καφέτση βρισκόταν μεν στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠαΣοΚ αλλά σε μη εκλόγιμη θέση. Δεν ήταν λοιπόν «παρ΄ ολίγον βουλευτίνα». Επίσης, πόσο παραπλανημένο μένος πρέπει να πνίγει κάποιον για να μην καταλαβαίνει ότι η παρουσία κάποιου σαν την Αννα Καφέτση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας είναι απολύτως θετικό γεγονός; Προτού ακόμη εξασφαλίσει τη λαϊκή εντολή, ένα κόμμα δηλώνει: Με αυτούς θέλω να συνεργαστώ. Και αφότου εξελέγη, το επιβεβαιώνει ο αρμόδιος υπουργός.

Κριτικές ΙΙ

Σημαίνει αυτό ότι δεν μπορεί κανείς να διαφωνεί με τη στρατηγική της διευθύντριας του ΕΜΣΤ ή του ΥΠΠΟ; Φυσικά και όχι. Ας διαφωνεί όσο θέλει. Κι εγώ έχω διαφωνήσει συχνά - και προχθές ακόμη - αλλά για συγκεκριμένα, σαφώς ορισμένα θέματα. Το ενοχλητικό είναι: γιατί δεν μπορεί να γίνει μια συγκεκριμένη, εμπεριστατωμένη, ισορροπημένη κριτική; Μια κριτική που να εκφράζει αντιρρήσεις αλλά να μη διολισθαίνει στο ψεύδος και να μη χαρακτηρίζεται από άγνοια; Χώρια που η επιστράτευση στρεβλωτικών και εντυπωσιοθηρικών συνθημάτων για να απαξιωθεί ένας επί μακρόν αφοσιωμένος δημόσιος λειτουργός έχει άλλο, καταξιωμένο όνομα: γκεμπελισμός.

Η κριτική θέλει κόπο: πρέπει να πάρεις πληροφορίες, να έχεις εποπτεία, να ζυγίσεις τα πράγματα, να τα πεις ισορροπημένα, να στραγγίξεις συναισθηματισμούς και κακίες, να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου. Δεν είναι απλό πράγμα ούτε γίνεται στο πόδι.

Σε αυτή τη χώρα, όπου η έκκληση για «παιδεία» έχει γίνει η καραμελίτσα του κάθε λαϊκιστή, αναρωτιέμαι μήπως το βασικό πρόβλημα τελικά είναι η τεμπελιά. Γιατί δεν εξηγείται αλλιώς να ακούγονται τέτοιες φωνές στην εικαστική κοινότητα. Υποτίθεται πως τους ενδιαφέρει το μουσείο αυτό, πως αφορά το έργο τους, τη ζωή τους. Πώς ανέχονται έναν τόσο τσαπατσούλικο, αδαή, φτωχό δημόσιο διάλογο;

ΕΜΣΤ, Κτίριο Ωδείου Αθηνών, Βασ. Γεωργίου Β΄ 17-19 και Ρηγίλλης, τηλ. 210 9242.111-3, www.emst.gr [Στη φωτογραφία: Χρόνης Μπότσογλου, «Γριά γυναίκα CΧ, Αφιέρωμα στον Τζιακομέτι», 1986, ακουαρέλα σε χαρτί arches, 106 x 76 εκ., Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης]

Εμβόλιμα (Λίγα σχόλια για το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης)

Θα έχει κόσμο σήμερα το ΕΜΣΤ. Εγκαινιάζονται οι νέες εκθέσεις του. Αν και δεν προλαβαίνω να πάω σήμερα, πέρασα μια βόλτα χθες, μετά τη συνέντευξη Τύπου. (Για να μην μακρηγορώ εδώ, για πληροφορίες σχετικά με τις εκθέσεις, σας παραπέμπω στο σημερινό δημοσίευμα του Βήματος.)

Μολονότι συχνά έχω ασκήσει κριτική σε εκθέσεις του ΕΜΣΤ και έχω διατυπώσει διαφωνίες για τις στρατηγικές επιλογές του, υπάρχουν δύο παράμετροι που οφείλω να παραδεχτώ: Πρώτον, εδώ και δέκα χρόνια, η ολιγομελής ομάδα ανθρώπων που εργάζεται εκεί, με επικεφαλής τη διευθύντρια Άννα Καφέτση, έχει κατορθώσει να παραγάγει πολλές ενδιαφέρουσες εκθέσεις, εν μέσω μιας κατάστασης που δεν θα ευχόμουν ούτε στους εχθρούς μου. Οι άνθρωποι αυτοί πορεύονται από τρικλοποδιά σε τρικλοποδιά, από ακύρωση σε ακύρωση, από πολιτική εκμετάλλευση σε πολιτική εκμετάλλευση, και παρόλα αυτά συνεχίζουν να πιστεύουν στην αποστολή και στο όραμα ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης στην Αθήνα και να εργάζονται σκληρά για να βγουν στην αντίπερα όχθη. Έχουν δώσει την ψυχή τους, το δίχως άλλο.

Δεύτερον, παρά τις επιμέρους διαφωνίες ή την κριτική συζήτηση ή την πιθανότητα ύπαρξης διαφορετικών εναλλακτικών, το πρόγραμμα του ΕΜΣΤ δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Να, τώρα, ανοίγει μια αναδρομική του Χρόνη Μπότσογλου και μαζί ξεκινάει το πρόγραμμα νέων παραγωγών – θα γίνουν πέντε μέσα στο 2010 – με τη Τζένη Μαρκέτου. Επίσης, επτά βίντεο του Τόνι Άουρσλερ μπορεί κανείς να τα δει στο Media Lounge. Και κοντά σ’ αυτά, συναντήσεις των καλλιτεχνών με το κοινό, ξεναγήσεις, διαλέξεις, κ.ά. Μετά τον Μπότσογλου, ακολουθούν δύο ατομικές, του Γιαν Φουντόνγκ και του Κωστή Βελώνη, ενώ τον Σεπτέμβριο θα ανοίξει μεγάλη έκθεση των Ίλια και Εμίλια Καμπακόφ, γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας. Όλα τούτα, δεδομένων των ισχνών μέσων και της ελλιπούς στήριξης, δεν είναι απλώς «καλά», είναι ένα μικρό θαύμα.

Ωστόσο, δεν μου έβγαζε από το μυαλό κανείς χθες, καθώς περπατούσα στο όμορφο κρύο μετά την επίσκεψή μου στο ΕΜΣΤ, ότι υπάρχει μια ιδιότυπη μελαγχολία που έχει κολλήσει πάνω του σαν ομίχλη. Όποτε συναντιέμαι μαζί της, η εργασιακή ηθική του ΕΜΣΤ μου μοιάζει προτεσταντική: σκληρή δουλειά και τίποτε άλλο, μη λέτε τι κάνετε, μη υψώνετε τον τόνο της φωνής σας, μην χειρονομείτε, μην εκδηλώνεστε, η αγαθή και τίμια εργασία θα ανταμειφθεί όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου.

Δεν λέω ότι ένα εθνικό μουσείο πρέπει να είναι λούνα-παρκ σε καμία περίπτωση. Και σίγουρα υπό τη συγκεκριμένη, δωρικής αισθητικής διεύθυνση θα περίμενα αντίσταση στην «τυραννία της επισκεψιμότητας». Ούτε βέβαια φαντάζομαι το ΕΜΣΤ να στέλνει tweet που να λέει ότι οι δέκα πρώτοι που θα απαντήσουν ποιο είναι το όνομα της συζύγου του Ίλια Καμπακόφ κερδίζουν έναν κατάλογο του Νταβίντ Κλέρμπαουτ.

Αλλά μια αίσθηση μάρκετινγκ είναι απαραίτητη όταν καλείς το κοινό να δει οτιδήποτε, δεν γίνεται αλλιώς. Λυπάμαι πραγματικά να βλέπω ότι μέρος της σημαντικής δουλειάς του ΕΜΣΤ μένει στα αζήτητα επειδή – από παράλειψη ή από άποψη – δεν έχει παραδεχτεί ότι μοιραία διεκδικεί ένα κοινό και ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι για να προβεί κανείς σε μια τέτοια διεκδίκηση. Στο τρέχον, παγκόσμιο τοπίο της σύγχρονης τέχνης, το να απευθύνεται κανείς στους πέντε ενδιαφερόμενους δημοσιογράφους της Ελλάδας είναι αυτοκτονικό. Ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος.

Το άλλο πράγμα που μου έκανε κάκιστη εντύπωση χθες ήταν η ανακοίνωση από το ΥΠΠΟ του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΜΣΤ. Όχι ότι δεν καταλαβαίνω τι θέλει να επιτύχει: είναι αλήθεια ότι τα προηγούμενα χρόνια, διαρκείς τρικλοποδιές ακατάλληλων και εκτός εποχής μελών του ΔΣ δυσχέραναν υπολογίσιμα το έργο του μουσείου. Έτσι, με το να διοριστεί η Άννα Καφέτση πρόεδρος του Δ.Σ., διατηρώντας παράλληλα τη θέση της διευθύντριας, γίνεται απόλυτη άρχων και το όλο σχήμα μπορεί πολύ πιο αποτελεσματικά, ενδεχομένως, να προχωρήσει στην αντιμετώπιση του ανεκδιήγητα χρονίζοντος κτιριακού προβλήματος του ΕΜΣΤ.

Από την άλλη, ο διορισμός αυτός αντιβαίνει σε κάθε αρχή δημόσιας διοίκησης. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό, δεν είναι απλή ηθικολογία: ένα ΔΣ που λειτουργεί όπως πρέπει – δίχως ούτε τις αδικαιολόγητα αυξημένες αρμοδιότητες του τελευταίου νόμου ούτε τον παραλογισμό του να διορίζονται και ΔΣ και διεύθυνση απευθείας από τον υπουργό – βρίσκεται εκεί για να ελέγχει εντός αυστηρά καθορισμένων παραμέτρων την πολιτική που καταρτίζει και υλοποιεί η διεύθυνση. Είναι παραδοχή ήττας, για να μην πω άτακτη υποχώρηση, το να λέμε ότι αδυνατούμε να διορίσουμε ένα σωστό ΔΣ και ότι ο μόνος τρόπος για να λύσουμε ένα ζήτημα είναι να δημιουργήσουμε ένα άλλο.

Πόσο μάλλον που το νέο ΔΣ περιλαμβάνει κάποιες εξαιρετικές επιλογές. Ο διορισμός του Μιχάλη Σταθόπουλου, λόγου χάρη, μοιάζει ιδιοφυής κίνηση, υπό τη σκιά των νομικών περιπετειών στις οποίες έχει μπει το ΕΜΣΤ σχετικά με το κτίριο του Φιξ. Και γενικά, η επιμονή στους νομικούς και στους αρχιτέκτονες στην παρούσα συγκυρία δείχνει διορατικότητα και πραγματισμό. Το ατόπημα της θέσης της προέδρου, ωστόσο, χωνεύεται δύσκολα.

Όπως δύσκολα χωνεύεται και το εξής: κανένας δεν σκέφτηκε ότι είναι άκομψο να εγκαινιάζεται σήμερα στο ΕΜΣΤ έκθεση του Χρόνη Μπότσογλου, ταυτόχρονα με τον διορισμό του ως μέλους του ΔΣ; Όχι, δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική σύγκρουση συμφερόντων εδώ. Η έκθεση είχε αποφαστεί νωρίτερα και σίγουρα ο Χρόνης Μπότσογλου την αξίζει την αναδρομική. Αλλά υπάρχει κάποιος λόγος που δεν διορίζονται καλλιτέχνες σε τέτοιους οργανισμούς. Οι καλλιτέχνες είναι το αντικείμενο των μουσείων. Δεν γίνεται να είναι κανείς ταυτόχρονα το μουσείο και το αντικείμενό του. Η αυτοεξέταση σε προσωπικό επίπεδο είναι γοητευτική. Σε θεσμικό είναι, το λιγότερο, κακόγουστη.

Υστερόγραφο: το ότι ο υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος σαν να προέβλεψε το άκομψο του διορισμού του Χρόνη Μπότσογλου επιβεβαιώνει τις διαδόσεις για την οξυδέρκεια του υπουργού. Στον λόγο του για τα εγκαίνια της έκθεσης, λέει: «Θα ήθελα επίσης να συγχαρώ τον κ. Μπότσογλου. Όταν τον ρώτησα αν θα δεχόταν να είναι μέλος του ΔΣ του ΕΜΣΤ μου απάντησε: “Και βέβαια!”. Αλλά προσέθεσε: “Ξέρετε χαίρομαι που μου ζήτησε το μουσείο πρότερα να κάνω την αναδρομική μου έκθεση. Αλλιώς θα ήμουν σε δύσκολη θέση.” Αυτή η στάση τον τιμά ιδιαίτερα.»  Τιμά σίγουρα και τον λογογράφο του υπουργού, ο οποίος αξίζει συγχαρητήρια. Είναι ένας πολύ ωραίος λόγος.

Υστερόγραφο 2: Ένα πρόσθετο σχόλιο: Τεχνηέντως 30 Ιανουρίου 2010

Τεχνηέντως 23 Ιανουαρίου 2010


Ευχές

Πρώτη στήλη για το νέο έτος, λίγο καθυστερημένη, λόγω αναγκαστικής απουσίας. Σας εύχομαι καλή χρονιά! Και μοιάζει ότι μάλλον θα είναι, τουλάχιστον από την άποψη της ενίσχυσης της δημόσιας συζήτησης. Ανακαλύπτω συνεχώς στο Διαδίκτυο φωνές που αρθρώνουν ενδιαφέροντα λόγο για τον πολιτισμό, έννοια που - βιτγκενσταϊνικώ τω τρόπω - σημαίνει «τα πάντα περί των οποίων πρόκειται». Για να δούμε.

Αντιδικίες

Στη διεθνή συζήτηση, η πρόσφατη είδηση που έχει ξεσηκώσει πάλι αντιδικίες για τη χρηματοδότηση του πολιτισμού - προπάντων από «ηθική» άποψη - είναι ο διορισμός του Τζέφρι Ντάιτς ως νέου διευθυντή του ΜΟCΑ, του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Λος Αντζελες. Κάποιοι έχουν ξεκινήσει να λένε ότι ο Ντάιτς, ένας από τους ισχυρότερους εμπόρους τέχνης παγκοσμίως και πολύ γνωστός στην Ελλάδα από τις επιμέλειες που έχει κάνει στη Συλλογή Δάκη Ιωάννου (ανάμεσα σε άλλα, τις ιστορικές «Cultural Geometry» και «Ρost Ηuman», καθώς και την εμβληματική «Εverything that΄s Ιnteresting is Νew»), δεν είναι κατά κύριο λόγο επιμελητής και συνεπώς είναι ακατάλληλος για τη θέση. Άλλοι επισημαίνουν τα οικονομικά προβλήματα του μουσείου, τα οποία είχαν έλθει με ηχηρό τρόπο στη δημοσιότητα το 2008, και προβλέπουν ότι η «εποχή Ντάιτς» θα σημάνει την ανάκαμψή του. Και άλλοι - οι συνήθεις ηθικολόγοι, φρουροί της συλλογικής καλλιτεχνικής αγνότητας - αξιώνουν από τον Ντάιτς ακόμη και να πουλήσει την υπολογίσιμη προσωπική συλλογή του, προτού αναλάβει τη νέα του θέση.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τζέφρι Ντάιτς ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει κάθε εμπορική δραστηριότητα και θα κλείσει όλες τις γκαλερί του ως την 1η Ιουνίου. Τελευταία έκθεση της θρυλικής Deitch Ρrojects θα είναι η ατομική του Σέπαρντ Φέιρι, η οποία θα ανοίξει την 1η Μαΐου.

Εκκινήσεις

Στα δικά μας, εν τω μεταξύ, η Ελς Χάναπε, γνωστή από την εξαιρετική, ομώνυμη γκαλερί της, την οποία διατήρησε επί σειρά ετών στου Ψυρρή, καθώς και από τις εκθέσεις που επιμελήθηκε με οργανωτικό φορέα το Ίδρυμα ΙΤΥS, ξεκινά ένα νέο εκθεσιακό εγχείρημα: σε συνεργασία με τον Λάζαρο Ν. Σιάκο δημιούργησαν το Siakos.Ηanappe-Ηouse of Αrt, στη Γλυφάδα. Ο νέος χώρος εγκαινιάζεται σήμερα με ομαδική έκθεση. Καλή αρχή.

Deitch Ρrojects, 18 Wooster Street, Νέα Υόρκη, www.deitch.com * Siakos.Ηanappe- Ηouse of Αrt, Μαραγκού 16, Γλυφάδα, www.siakos-hanappe.com. [Στη φωτογραφία: Βαγγέλης Βλάχος, «Ιmages to influence the reading of Greece΄s interests in Εastern Εurope and the Βalkans today», 2008. Από την έκθεση «Επιλεκτική γνώση» του Ιδρύματος ΙΤΥS, σε επιμέλεια Ελς Χάναπε / ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ]

Εμβόλιμα (Προσωπικό)

Στη ζωή μου ως τώρα, υπήρξε μόνο μία «απόφαση για τη νέα χρονιά» που έχω τηρήσει: να μην ξαναβρεθώ ποτέ, τρεις η ώρα το πρωί της πρώτης ημέρας του χρόνου, κολλημένος στην κίνηση κάπου στα σίδερα Χαλανδρίου, έχοντας φύγει από ένα σπίτι στη Νέα Ερυθρέα και σκοπεύοντας να φτάσω κάπου στην Πειραιώς. Α, η απόφαση είχε και παράρτημα: να μην ξαναφάω πρωτοχρονιάτικο πρωινό σε ξενοδοχείο.

Αυτά τα τήρησα. Ίσως από εδώ να προκύπτει ότι δεν είμαι και πολύ fun τύπος και πάντως σίγουρα όσοι με ξέρουν δεν με θεωρούν ακριβώς «ψυχή του πάρτι». Παρόλα αυτά, τα ορόσημα και οι επέτειοι, οι γιορτές και οι αργίες, οι φορτισμένες ημέρες, έχουν σημασία για μένα. Έστω και αν προτιμώ να τα περνώ με ελάχιστους φίλους ή και μόνος, συντροφιά με ένα καλό, βαρύ, χαμηλό ποτήρι γεμάτο με κάτι δυνατό και ένα βιβλίο. (Λόγου χάρη, το «Βιβλίο των Χαμένων Βιβλίων» του Στιούαρτ Κέλι, που μου χάρισαν τα Χριστούγενα οι αγαπημένοι μου Μαρία και Σβετ, κουμπάροι μου και γονείς της βαφτισιμιάς μου, της ομορφιάς που έχει την καλή τύχη να φέρει το απίθανα εξωτικό όνομα Ζαΐρα Ντάντσεβα!)

Η παραμονή πρωτοχρονιάς είναι λοιπόν σημαντική. Αλλά όχι τόσο γι’ αυτά που έρχονται από αύριο. Τι να έρθει; Ε, να, υπάρχουν κάποια σχέδια: θα γράφω σίγουρα όσο πιο πολύ μπορώ, ίσως να βγάλω κι ένα βιβλιαράκι, θα διοργανώσουμε ένα μεγάλο συνέδριο τον Μάιο, θα επιμεληθούμε μερικές εκθέσεις, μία στη Σικελία και ίσως άλλη μία στο Βέλγιο – για όλα αυτά θα υπάρξουν πληροφορίες όταν είναι η ώρα.

Σημαντική είναι, όμως, η παραμονή πρωτοχρονιάς πάνω από όλα γι’ αυτά που πέρασαν. Ένα συναίσθημα πραγματικά λυτρωτικό μου γεννιέται μόνο από τη σκέψη ότι είμαι ακόμη εδώ, όρθιος (ή σχεδόν). Γι’ αυτό το συναίσθημα είμαι αληθινά ευγνώμων.

Είμαι βέβαια, ίσως όπως κάθε γραφιάς, ευγνώμων και για κάτι ακόμη: για τον ένα και μοναδικό μου αναγνώστη που τόσα χρόνια δεν καταδέχτηκε να αποφασίσει ότι δεν έχω τίποτε να του πω. Σαν να ξέρει καλύτερα από μένα. Ο πεισματάρης.

Καλή χρονιά σε όλους.

Εμβόλιμα (Μια παλιά φωτογραφία)


Θα έλεγα ψέματα αν δεν παραδεχόμουν ότι ο θάνατος του Χρήστου Λαμπράκη είναι η βασική αφορμή αλλά υπάρχουν κι άλλες: οι συζητήσεις στις οποίες συμμετέχω τα τελευταία χρόνια σχετικά με τη λογοκρισία, τη θρησκεία και την εκκλησία, και οι σκέψεις του πώς θα μπορούσε να μιλήσει κανείς γι' αυτά στον δημόσιο διάλογο. Σε αυτά προστίθεται, ίσως, μια αγάπη για το παλαιό και για τη γοητεία της μνήμης. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ αυτή τη φωτογραφία, μισή σελίδα του Ταχυδρόμου από την εποχή όπου ο Χρήστος Λαμπράκης ήταν διευθυντής του, τεύχος του Σαββάτου 16 Μαρτίου 1957.



Την ιστορία της μισής αυτής σελίδας, μπορείτε να τη διαβάσετε από τον άνθρωπο που την έζησε.

NB Πατήστε πάνω στην εικόνα για να τη μεγαλώσετε και να διαβάσετε το κείμενο.

Εμβόλιμα (Fuck me blind ή γιατί είμαι κατά των αντιρατσιστικών νόμων)


Αντί εισαγωγής: μια ιστορία από τη Νότια Καρολίνα

Καθώς ξεσπούσε η επιδημία του AIDS, το μένος κατά των ομοφυλοφίλων βρήκε άλλον έναν τρόπο να εκφραστεί. Η ευθύνη για την επιδημία αποδόθηκε στους ομοφυλόφιλους. Αλλά δεν ήταν μόνο η θρησκόληπτη Δεξιά που υποστήριξε κάτι τέτοιο, με τη μεταφυσική προσέγγισή της, την τιμωρία εξ ουρανού για τις παρά φύση υπερβάσεις όσων ακόμη σήμερα οι περισσότερες Εκκλησίες θεωρούν, στην καλύτερη περίπτωση, ψυχασθενείς. Υπήρξαν – και αυτοί, από μια άποψη, ήταν πιο επικίνδυνοι – και κοσμικοί κύκλοι, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, που υποστήριξαν ότι για τη μάστιγα του AIDS ευθύνονταν οι ομοφυλόφιλοι και στήριξαν τη θέση τους όχι στις απαγορεύσεις της Αγίας Γραφής αλλά στις παρατηρήσεις τους για τις έκφυλες σεξουαλικές πρακτικές των ομοφυλοφίλων. Υποστήριξαν ότι η ίδια η φύση του πάθους της ομοφυλοφιλίας, καθ’ ότι δεν οδηγεί στην τεκνοποίηση και στην κοινωνική ομαλότητα της οικογένειας, είναι ανεξέλεγκτη, με αποτέλεσμα οι ομοφυλόφιλοι να οδηγούνται υποχρεωτικά σε έκλυτες, επισφαλείς και ανεύθυνες σεξουαλικές πρακτικές, που είχαν ολέθρια αποτελέσματα.

Διάσημος, τουλάχιστον στις ΗΠΑ από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, εκπρόσωπος αυτής της συλλογιστικής ήταν ο Τζέρι Κ. Ντάρμαν, δημοσιογράφος το επάγγελμα, με αξιοσημείωτη σταδιοδρομία σε ειδησεογραφικά δίκτυα, κυρίως τοπικής εμβέλειας, άνκορμαν επί σειρά ετών της διαβόητης εκπομπής «Say it like it is!» και δις εκλεγμένος γερουσιαστής (R) για τη Νότια Καρολίνα. Από νωρίς αντιλήφθηκε την έκταση που θα έπαιρνε η επιδημία του AIDS και ήταν από τους πρώτους που έσπευσε να τη συνδέσει με τους ομοφυλόφιλους. Υποστήριξε, μάλιστα, σε σειρά εμφανίσεών του στην τηλεόραση, ότι η επιδημία αυτή ανεδείκνυε επιτέλους το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση των φυσιολογικών ανθρώπων να μιλήσουν για το αίσχος, και τόνισε την ανάγκη μιας επικοινωνιακής εκστρατείας που να αφυπνίσει τις συνειδήσεις της ηθικής πλειοψηφίας. Το 1988 ίδρυσε την A.S.W. Inc («Americans for the Straight Way», προφανές λογοπαίγνιο ανάμεσα στη λέξη «straight», ετεροφυλόφιλος, και στη βιβλική «ευθεία» ή «ορθή οδό», όπως στο «for the straight way is lost», κατά την αγγλική απόδοση του στίχου του Δάντη), σκοπός της οποίας ήταν η εκπόνηση και η χρηματοδότηση της επικοινωνιακής αυτής εκστρατείας. Από το 1988 ως το 1994, η A.S.W. Inc συγκρότησε μια ευρεία ομάδα από σχεδιαστές, διαφημιστές και δημοσιογράφους και χρηματοδότησε περισσότερες από 100 διαφημιστικές εκστρατείες, σε περιοδικά, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, διαφημιστικούς πίνακες στους αυτοκινητόδρομους και σε στάσεις μέσων μαζικής μεταφοράς, κυρίως στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ. Η δημιουργική φαντασία αλλά και η σκληρότητα των εκστρατειών αυτών είναι παροιμιώδης. Διασημότερο ίσως παράδειγμα, η εξπρεσιονιστική αφίσα που κυκλοφόρησε το 1993 σε χιλιάδες αντίτυπα, με το σλόγκαν «Fuck me blind»: ως γνωστόν, ένα από τα πρώτα δεινά των νοσούντων από AIDS, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, ήταν η τύφλωση, και η αφίσα επιστράτευε τη γνωστή αθυρόστομη έκφραση σεξουαλικού πόθου για να υπενθυμίσει ότι η τύφλωση των ομοφυλοφίλων δεν ήταν παρά αναπόφευκτη απόρροια του έκφυλου πάθους τους για σεξ. Η δράση της A.S.W. Inc σταμάτησε μόνο λόγω του αιφνιδίου θανάτου του εμπνευστή της από εγκεφαλικό επεισόδιο, το 1994, μολονότι υπήρξαν πολλές προσπάθειες έκτοτε για την ανασύστασή της.

Το σκεπτικό του νόμου: ο λόγος σου, ο λόγος μου

Είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ ξεχωρίζουν κάπως, σε σχέση με την Ευρώπη, στην ανάδειξη τόσο ακραίων μορφών όπως ο Τζέρι Κ. Ντάρμαν. Μολοντούτο, αυτό που θα ονομάζαμε «μισαλλόδοξο λόγο» ευδοκιμεί παντού και δημιουργεί πολλά προβλήματα, έστω και αν φορείς του δεν είναι χαρισματικοί δημιοσιογράφοι από τη Νότια Καρολίνα αλλά έλληνες νεοναζί με ελλειπείς ιστορικές γνώσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι περισσότερες δυτικές χώρες έχουν είτε ψηφίσει είτε συζητούν να ψηφίσουν νόμους που να ελέγχουν την άρθρωση μισαλλόδοξου λόγου. Η υπόθεση των νόμων αυτών, που έχει επικρατήσει να τους λέμε αντιρατσιστικούς, ανακινήθηκε ηχηρά στην Ελλάδα (στο ελληνικό Δίκαιο πρόκειται για τον ν.927/1979) με τη μήνυση κατά του Κωνσταντίνου Πλεύρη για το βιβλίο του «Εβραίοι – Όλη η αλήθεια».[1] Ανακινήθηκε ξανά με την αγωγή του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ κατά του Λύο Καλοβυρνά και τη δημοσίευση από το περιοδικό 10% διαμαρτυρίας κατά της αγωγής, όπου εζητείτο και η «επέκταση του Νόμου στα ΛΟΑΤ άτομα», κάτι που αποτελεί πάγια διεκδίκηση μιας μερίδας τουλάχιστον της ΛΟΑΤ κοινότητας εδώ και χρόνια.[2] Οι αντιρατσιστικοί νόμοι εμφανίζουν, βέβαια, ποικιλία ως προς τις νομικές τους λεπτομέρειες, ενώ διαφορές σημαντικές στη λειτουργία και στην ερμηνεία τους μπορεί να προκύψουν από τις διαφοροποιήσεις στα Δίκαια διαφορετικών χωρών. Το σκεπτικό τους, ωστόσο, είναι κοινό και τα επιχειρήματα που το στηρίζουν είναι πολιτικά.[3] Επιπροσθέτως, η συλλογιστική που επιστρατεύουν όχι μόνο οι κατά τόπους υπέρμαχοί τους αλλά και τα υπερεθνικά όργανα, από τα οποία οι υπέρμαχοι αντλούν νομιμοποίηση και κύρος, για να υποστηρίξουν την αναγκαιότητα τέτοιων νόμων, δεν είναι βασισμένη σε νομική επιχειρηματολογία αλλά σε πολιτική, σε μια επίκληση των αρχών που διέπουν τις δημοκρατικές πολιτείες και στις οποίες, ρητά ή άρρητα, οι πολίτες των δημοκρατικών χωρών υπάγονται.

Θα ήθελα σε τούτο το σημείο να δηλώσω τη συμπάθειά μου προς τους στόχους των υπέρμαχων των αντιρατσιστικών νόμων. Συμφωνώ μαζί τους ότι ζητούμενο είναι η εξάλειψη του ρατσισμού από τις κοινωνίες. Και σίγουρα, σε ένα πιο ρεαλιστικό επίπεδο, δεν θα ήθελα καθόλου να δω τον Μητροπολίτη Σεραφείμ ή τον Κωνσταντίνο Πλεύρη να «ενηλικιώνονται» και να αποκτούν την αυτοπεποίθηση και τον κοινωνικό αντίκτυπο ενός Τζέρι Κ. Ντάρμαν, κατακλύζοντας τον δημόσιο χώρο με συνθήματα μίσους και μισαλοδοξίας. Μολαταύτα, είμαι απολύτως εναντίον της ύπαρξης των αντιρατσιστικών νόμων. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί.

Το σκεπτικό των αντιρατσιστικών νόμων είναι το εξής: Άτομα ή/και ομάδες υποφέρουν από διακρίσεις. Μολονότι οι κοινωνίες λαμβάνουν μέτρα εξάλειψης αυτών των διακρίσεων σε διάφορα επίπεδα, ο μισαλλόδοξος λόγος αυτός καθαυτόν, είτε δηλαδή οδηγεί σε πράξεις είτε όχι, συνιστά προσβολή των ατόμων και των ομάδων. Ακόμη περισσότερο, η προσβολή αυτή έχει ειδικό βάρος διότι διαιωνίζει μια ιστορική αδικία, εντείνει την κοινωνική αδυναμία των ομάδων αυτών και αποτελεί έναν τρόπο αποκλεισμού των θυμάτων της από την ισότιμη συμμετοχή στην κοινωνική διάδραση. Κατ’ επέκταση, ο μισαλλόδοξος λόγος μπορεί να οδηγήσει σε γενίκευση των αισθημάτων μίσους ή και σε πράξεις εναντίον των ατόμων και των ομάδων αυτών. Έτσι, αν και γενικώς ο λόγος είναι ελεύθερος, ο μισαλόδοξος λόγος απαγορεύεται και η έκφρασή του τιμωρείται.

Με νομικούς όρους, πρόκειται για έναν περιορισμό του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. (Υπάρχουν και άλλοι: η εξύβριση, φερ’ ειπείν, ή η δυσφήμιση απαγορεύονται.) Με γλωσσικούς όρους, πρόκειται για μια περίπτωση όπου ο ένας εκφερόμενος λόγος επιφέρει τη σίγαση του άλλου λόγου, ο οποίος θα μπορούσε να αρθρωθεί αλλά σιγάται λόγω της ύπαρξης του πρώτου. Η έννοια της «προσβολής», δηλαδή, έχει εδώ πολύ πιο βαθύ νόημα απ’ ό,τι, λόγου χάρη, στην περίπτωση της εξύβρισης: η ιστορικά αδύναμη ομάδα δεν υφίσταται απλώς έναν ανεπιθύμητο ή ψευδή χαρακτηρισμό αλλά εμποδίζεται ενεργητικά από το να αρθρώσει τον δικό της λόγο, από το να εκφραστεί η ίδια. Ο ρατσιστικός αλλά και ο ομοφοβικός και ο σεξιστικός λόγος αποτελούν δηλαδή μια επιβολή που καθιστά κοινωνικά άφωνη την ομάδα που τους υφίσταται. Γι’ αυτό και, παρά την ποικιλία των νόμων που καλύπτουν διαφορετικές πλευρές του ζητήματος σε διαφορετικά Δίκαια, μπορούμε να πούμε ότι το σκεπτικό των αντιρατσιστικών νόμων αφορά εξίσου τον μισαλλόδοξο λόγο σε σχέση με τον ρατσισμό (σε εκφράσεις όπως τα αντισημιτικά βιβλία), την ομοφοβία (σε εκφράσεις όπως οι δηλώσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς) και τον σεξισμό (σε εκφράσεις όπως η πορνογραφία).[4] Έτσι λοιπόν, ο μισαλλόδοξος λόγος όχι μόνο δεν πρέπει να καλύπτεται από το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης αλλά συνιστά μια απόπειρα καταστολής αυτού ακριβώς του δικαιώματος, όπως δικαιούνται να το ασκούν οι αδύναμες ομάδες. Εν τέλει, ο περιορισμός του μισαλλόδοξου λόγου αποτελεί την ενσάρκωση μιας διαδεδομένης πεποίθησης στα δημοκρατικά κράτη, όπου ο ρατσισμός, η ομοφοβία και ο σεξισμός αντιμετωπίζουν μια γενικευμένη συμβολική απαξίωση, η οποία αντανακλά μια σχεδόν καθολική καταδίκη.

Αντιρρήσεις και αντικρούσεις: και οι ηλίθιοι πρέπει να είναι ελεύθεροι

Οι συνήθεις αντιρρήσεις για την ύπαρξη των αντιρατσιστικών νόμων είναι τριών κατηγοριών, καμία από τις οποίες δεν πιστεύω ότι αποτελεί ιδιαίτερα αποτελεσματική κριτική ή, τουλάχιστον, το σκεπτικό των νόμων μοιάζει αρκετά καλά οπλισμένο απέναντί τους:

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει κάποιου είδους καταδίκη της πολυνομίας και μια προσπάθεια λογικής αντίκρουσης του σκεπτικού, ρωτάει δηλαδή αφ’ ενός γιατί δεν επαρκούν οι υπάρχοντες νόμοι, οι οποίοι απαγορεύουν τόσο την προσβολή συγκεκριμένων ατόμων όσο και τις πράξεις βίας εναντίον τους, και αφ’ ετέρου, αφού το σκεπτικό του νόμου αντανακλά μια σχεδόν καθολική καταδίκη του μισαλλόδοξου λόγου στους κόλπους των δημοκρατικών κοινωνιών, γιατί είναι απαραίτητος ο νόμος; Το ζήτημα είναι, όμως, ότι οι αντιρατσιστικοί νόμοι προστατεύουν άτομα ως μέλη μιας ομάδας, από την προσβολή που υφίστανται ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών. Πέραν της νομικής εκλέπτυνσης (ότι δηλαδή με τους νόμους αυτούς ένα θύμα διακρίσεων δεν προστατεύεται μόνο αν θιγεί προσωπικά αλλά και αν θιγεί η ομάδα στην οποία ανήκει), υπάρχει εδώ και η πλήρωση μιας κοινωνικής επιταγής: η κοινωνία εκφράζει τη δυσανεξία της προς τον μισαλλόδοξο λόγο, έστω και αν δεν θίγεται κανένα συγκεκριμένο άτομο. Ο νόμος αποτελεί μήνυμα και ως τέτοιο εκφράζει την κοινωνία που οραματιζόμαστε. Όσο για τη λογική αντίκρουση, δεν είναι και τόσο λογική, από τη στιγμή που και ο φόνος καταδικάζεται καθολικά αλλά εξακολουθούμε να πιστεύουμε στην ανάγκη ύπαρξης ενός νόμου που τον απαγορεύει.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει την επίκληση της υπερβολικής ευρύτητας του σκεπτικού των αντιρατσιστικών νόμων. Το ερώτημα που τίθεται είναι, λόγου χάρη, πώς ορίζεται ποιος προστατεύεται από τον νόμο και τι θα γίνει αν κάποιος αρχίσει να καταφέρεται στερεοτυπικά εναντίον των ξανθών, των φαλακρών, των οπαδών του Ολυμπιακού; Η αλήθεια είναι ότι η κριτική αυτή αγγίζει ένα καίριο ζήτημα, τη δυσκολία ορισμού. Αστοχεί, ωστόσο, επειδή επικεντρώνεται στο πώς ορίζεται το θύμα αντί να επικεντρωθεί στο πώς ορίζεται ο μισαλλόδοξος λόγος. Θα επιστρέψω σε αυτό πιο κάτω, πάντως η απάντηση σε αυτή την κατηγορία κριτικής είναι ότι δεν αρκεί ο στερεοτυπικός λόγος για να θεμελιωθεί η μισαλλοδοξία. Ο λόγος πρέπει και να καταφέρεται εναντίον μιας ιστορικά αδύναμης ομάδας. Πρέπει δηλαδή ο λόγος να εκφέρεται από θέση σχετικής ισχύος προς την ομάδα που θυματοποιείται – ή μάλλον, ακριβέστερα, γι’ αυτό ακριβώς ο λόγος επιφέρει τη θυματοποίηση: επειδή εκφέρεται από θέση σχετική ισχύος. Και αφού, φυσικά, οι ιστορικά αδύναμες ομάδες δεν μπορούν απλώς να καταλογογραφηθούν, καθ’ ότι εξαρτώνται από εξελισσόμενες κοινωνικές αντιλήψεις, ο ορισμός τους ως ιστορικά αδύναμων επιτυγχάνεται μέσω του εντοπισμού των κλάδων βάσει των οποίων ιστορικά αρθρώνονται οι διακρίσεις: καταγωγή, φύλο, θρησκεία, κοκ. Φυσικά, από πρακτική άποψη, οι διάφοροι νόμοι εμφανίζουν ανακολουθίες – εξ ου και το αίτημα της ελληνικής ΛΟΑΤ κοινότητας για «επέκταση» – όμως το σκεπτικό είναι ενιαίο στο ζήτημα της ιστορικής αδυναμίας.

Η τρίτη κατηγορία κριτικής είναι και η πιο συχνή: πρόκειται για την άποψη ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί καθολικό δικαίωμα και δεν μπορεί να περιοριστεί για κανέναν, όσο απεχθείς και αν είναι οι απόψεις του.[5] Δεν θα ασχοληθώ με τα νομικά αντεπιχειρήματα (συνοπτικά, ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους νομικούς περιορισμούς, ένας εκ των οποίων είναι οι αντιρατσιστικοί νόμοι), αυτό το κάνουν εξαιρετικά οι νομικοί, αλλά με το πολιτικό νόημα της «καθολικότητας». Πρόκειται για την άποψη που συνοψίζεται στην περίφημη ρήση, η οποία αποδίδεται συνήθως στον Βολταίρο: «Διαφωνώ με αυτό που λες αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Ένας από τους πυλώνες της φιλελεύθερης σκέψης, η καθολικότητα του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης θα μπορούσε να αντικρούσει ακόμη και τους νομικούς περιορισμούς, υποστηρίζοντας ότι ως κοινωνική αξία, η προστασία της ελεύθερης έκφρασης έχει μεγαλύτερο βάρος από την προστασία συγκεκριμένων ομάδων. Ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όπου εντοπίζεται η πλουσιότερη νομολογία και νομική και πολιτισμική θεωρία σχετικά με την 1η Τροπολογία, έχει πειστικά διατυπωθεί η άποψη ότι η ελευθερία της έκφρασης εμπλουτίζει το δημόσιο διάλογο και συνεισφέρει στην πρόοδο της κοινωνίας και ότι αυτό ισχύει ίσως ακόμη πιο πολύ σε περιπτώσεις όπου ο εκφερόμενος λόγος είναι απεχθής ή γενικώς καταδικαστέος, αφού έτσι επιτυγχάνεται η ευρεία κατανόηση του γιατί είναι καταδικαστέος. Όπως έχει λεχθεί, καθήκον του φιλελεύθερου ανθρώπου είναι να υπερασπίζεται πρωτίστως το δικαίωμα να διατυπωθούν απόψεις με τις οποίες διαφωνεί, έτσι ώστε να εξασφαλίζει τη ζωντάνια της δημόσιας συζήτησης, όπου και ο ίδιος έχει την ευκαιρία να πείσει για τη δική του θέση. (Υπάρχει εδώ και μια προέκταση ακόμη της φιλελεύθερης σκέψης: αν αρνηθούμε στους εκφραστές του μισαλλόδοξου λόγου την ελευθερία της έκφρασης, τους επιτρέπουμε να αυτοπαρουσιάζονται ως διεκδικητές οι ίδιοι του δικαιώματος που στερούνται: δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το βασικό επιχείρημα νεοναζί ή αρνητών του Ολοκαυτώματος ήταν το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης. Το βασικό πρόταγμα της φιλελεύθερης, προοδευτικής σκέψης, έτσι, το σφετερίζεται η ακροδεξιά.)

Από τις τρεις κατηγορίες κριτικής αυτή είναι η πιο σημαντική. Ωστόσο, και αυτή αποτυγχάνει τελικά να συγκροτήσει ένα πειστικό επιχείρημα και η αιτία δεν είναι, όπως προείπα, τα νομικά αντεπιχειρήματα περί περιορισμού κτλ. Οι τρόποι να προσεγγίσει κανείς το γιατί είναι δύο:

Πρώτον, η καθολικότητα είναι μια έννοια που ισχύει εντός ενός περιγεγραμμένου χώρου. Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι αποσυνδεδεμένη από αυτό το οποίο εκφράζεται. Με άλλα λόγια, αν αυτό το οποίο εκφράζεται εμπίπτει σε έναν χώρο συναίνεσης, τότε η καθολικότητα ισχύει. Αν δεν εμπίπτει εκεί, τότε η καθολικότητα απλώς δεν έχει νόημα, είναι μια κούφια έννοια. Προσοχή: «συναίνεση» δεν σημαίνει συμφωνία εδώ. Προφανώς μπορούν να εκφραστούν αντιθετικοί λόγοι. Ως «χώρος συναίνεσης» ορίζεται ο χώρος όπου εκφέρεται λόγος, ο οποίος δεν είναι επικίνδυνος για τη συνέχιση ύπαρξης της συναίνεσης. Η «διαφωνία» είναι επιτρεπτή στον βαθμό στον οποίον δεν είναι καταλυτική για τη συναίνεση, δεν απειλεί δηλαδή την ίδια την αρμονική συνύπαρξη εντός της κοινότητας. Από εκεί και πέρα, είναι θέμα άποψης να πούμε αν ο εκάστοτε μισαλλόδοξος λόγος εμπίπτει σε αυτόν τον χώρο ή μένει εκτός. Μόνο, όμως, αν δεχτούμε ότι βρίσκεται εντός έχει κάποιο νόημα να επικαλεστούμε την καθολικότητα της ελευθερίας της έκφρασης.[6] Και αυτό ακριβώς είναι που δεν δέχονται οι υπέρμαχοι των αντιρατσιστικών νόμων.

Δεύτερον, ο μισαλλόδοξος λόγος έχει μια ιδιαίτερη φύση, που δεν τον καθιστά ακριβώς μια «άλλη άποψη» που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας «διαφωνίας». Το ζήτημα με τον μισαλλόδοξο λόγο είναι ακριβώς ότι επιβάλλει τη σιωπή στον άλλο. Το θύμα του μισαλλόδοξου λόγου, ακριβώς λόγω της στοχοποίησης που υφίσταται, λόγω των συνεπειών του λόγου, δεν μπορεί να «διαφωνήσει» με οποιονδήποτε κοινωνικά αποτελεσματικό τρόπο. Η έκφραση δηλαδή του φορέα της μισαλλοδοξίας φιμώνει το θύμα. Έτσι, το να υπερασπιστεί κανείς την καθολικότητα της ελευθερίας της έκφρασης σε αυτή την περίπτωση, σημαίνει το να καταργεί την ίδια καθολικότητα σε σχέση με το θύμα. Το αδιέξοδο είναι προφανές.

Όπως νόμος ορίζει: πολεμήστε το AIDS, σκοτώστε μια αδερφή

Σε μια διαδικτυακή συζήτηση όπου υποστήριξα ότι το ζήτημα με τους αντιρατσιστικούς νόμους δεν είναι βασικά νομικό αλλά πολιτικό, πήρα την απάντηση ότι η πολιτική ως κοινή βούληση αποτυπώνεται δεσμευτικά με τη νομοθεσία. Αυτό είναι φυσικά σωστό. Αρκεί, βέβαια, η νομοθεσία να γνωρίζει και να κατανοεί σε τι μας δεσμεύει. Αν δεν μπορεί να ορίσει σε τι μας δεσμεύει, ο νόμος όχι μόνο δεν εκφράζει την πολιτική ως κοινή βούληση αλλά την προδίδει. Οι αντιρατσιστικοί νόμοι είναι ίσως το ισχυρότερο παράδειγμα μιας νομοθεσίας που παρανοεί αυτό επί του οποίου νομοθετεί, δεν γνωρίζει τη φύση του πράγματος που αποπειράται να ρυθμίσει. Και είναι σε αυτό το σημείο όπου το σκεπτικό των αντιρατσιστικών νόμων, αδιάβλητο μολονότι είναι στις συνήθεις αντιρρήσεις που εξέθεσα πιο πάνω, αποκαλύπτεται ως απελπιστικά αφελές.

Για να το ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξαρχής: όταν προσπαθείς να νομοθετήσεις κατά του λόγου, προσπαθείς να ρυθμίσεις τη γλώσσα. Θα περίμενε κανείς λοιπόν να είσαι σίγουρος ποιον λόγο προσπαθείς να περιορίσεις και υπό ποια έννοια προσπαθείς να ρυθμίσεις τη γλώσσα. Οι αντιρατσιστικοί νόμοι δεν είναι καθόλου σίγουροι.

Θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε ότι ορισμένα πράγματα αποτελούν μισαλλόδοξο λόγο. (Ελπίζω να μη χρειάζεται αλλά ας υπενθυμίσω εδώ ότι η έννοια «λόγος» δεν σημαίνει «λέξεις» αλλά γλωσική έκφραση, τουτέστιν, λέξεις γραπτές ή προφορικές, εικόνες, χειρονομίες, σύμβολα κτλ.) Η σβάστικα, λόγου χάρη. Ή ο φασιστικός χαιρετισμός. Επίσης, τα συνθήματα που προάγουν τη βία κατά των ομοφυλοφίλων, συχνά γραμμένα σε τοίχους ή στο διαδίκτυο - διάσημο ανάμεσά τους, το αμερικανικό: «Fight AIDS Kill a Quere» [sic]. Ή, βέβαια, η πορνογραφία, η οποία αντικειμενοποιεί τη γυναίκα και την καθιστά ακούσιο υποχείριο της ανδρικής απόλαυσης.

Μακάρι να ήταν έτσι. Δεν θα ξεχάσω την αντίδραση γερμανίδας επιμελήτριας στην ατομική έκθεση του Poka-Yio, το 2004, όταν αντίκρυσε τις σβάστικες στον χώρο. Σε ένα βίντεο, λάβαρα σαν αυτά της γνωστής ναζιστικής συγκέντρωσης στη Νυρεμβέργη, παρήλαυναν αναγράφοντας στο κάτω μέρος τους διάφορες περιοχές: Γλυφάδα, Γαλάτσι, Χαλάνδρι... Σε έναν τοίχο, μια τεράστια σβάστικα είχε ζωγραφιστεί με σοκολάτα από μια τούρτα. Για τους περισσότερους, το όλο ζήτημα ήταν μια οξεία, σαρκαστική ματιά στο νεοναζισμό. Όχι για την γερμανίδα συνάδελφο. «Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό» έλεγε και ξανάλεγε.

Το «Fight AIDS Kill a Quere» είναι έργο του Ντέιβιντ Γουονάροβιτς – μια φωτογραφία ενός γκράφιτο (εξ ου και η ανορθογραφία), που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στην έκθεση «Witnesses: Against Our Own Vanishing», το 1989.[7] Πολλοί αναρωτήθηκαν: άραγε η φράση αυτή προκαλεί λιγότερο πόνο επειδή δεν την βλέπει κανείς στο δρόμο αλλά σε έναν εκθεσιακό χώρο; Ο Γουονάροβιτς, οξύτατος γκέι ακτιβιστής, πέθανε από AIDS το 1992.

Αν πάει κανείς στην έκθεση «Pop Life» της Tate Modern ως τις 17 Ιανουαρίου 2010 μπορεί να δει μια πρώτης τάξεως τσόντα, σε ύφος amateur. Δεν έχει, σας το λέω εκ πείρας, τίποτε να ζηλέψει από τις καλύτερες ιστοσελίδες με ερασιτεχνικές τσόντες – ίσα ίσα, η ήπια αμηχανία της και η κάπως άγαρμπη περίπτυξη που απεικονίζει, εντείνουν τον ερεθισμό για τους connoisseurs. Πρόκειται για έργο της Άντρεα Φρέιζερ («Untitled», 2004), όπου εμφανίζεται η ίδια να κάνει σεξ με έναν άνδρα επί μακρόν. Ο άνδρας είναι συλλέκτης. Πλήρωσε 20.000 δολάρια για να κάνει σεξ με την καλλιτέχνιδα. Και του ανήκει και το έργο.

Για όσους μπουν στον πειρασμό να θεωρήσουν ότι επέλεξα τρία σπάνια παραδείγματα, σπεύδω να πω ότι τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα: από τον Αλέξανδρο Ψυχούλη, έκθεση του οποίου το Κέντρο Σιμόν Βίζενταλ είχε εισηγηθεί στον Κώστα Σημίτη να την κλείσει, ως τον Αντρές Σεράνο που, μολονότι Λατινοαμερικανός, κατηγορήθηκε ότι ηρωοποιεί τα μέλη της Κου-Κλουξ Κλαν, και από τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, που κατηγορήθηκε ως ρατσιστής και δοξάστηκε ως ανατρεπτικός, ως την Σου Κόου, φεμινίστρια καλλιτέχνιδα που κατηγορήθηκε από φεμινίστριες ότι απενοχοποιεί τον βιασμό. [8]

Τα παραδείγματα δεν είναι πολλά μόνο επειδή η ανατροπή και η πρόκληση των στερεότυπων αντιλήψεων αποτελεί ισχυρή τάση της τέχνης της εποχής μας. Ούτε μόνο επειδή πολλοί καλλιτέχνες είναι ταυτόχρονα και ακτιβιστές, ειδικά σε ζητήματα ταυτότητας, όπως ο ρατσισμός ή τα φύλα, με αποτέλεσμα σύγχρονη τέχνη και σύγχρονος ακτιβισμός να πλησιάζουν τόσο πολύ σε ορισμένες περιπτώσεις ώστε να είναι αδιαχώριστα. Τα παραδείγματα είναι πολλά διότι μέρος του τι ορίζει αυτό που ονομάζουμε σύγχρονη τέχνη έγκειται στη συνείδηση της γλωσσικής υπόστασής της υπό τις δομικές γλωσσικές θεωρίες, καθώς και τη θεωρία της αποδόμησης. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι η τέχνη που ορίζει την εποχή μας, με οποιοδήποτε κριτήριο θα δεχόταν μια θεωρία της τέχνης που σέβεται τον εαυτό της, είναι ακριβώς αυτή.

Θα μπορούσε, βέβαια, να ρωτήσει κανείς: και τι μ’ αυτό; Εδώ μιλάμε για ανθρώπινες ζωές, οι καλλιτέχνες είναι το πρόβλημα; Με μια λέξη: ναι. Αλλά για να μην είμαι κρυπτικός ούτε υπερβολικός, λέω ότι με προθυμία θα εξέταζα μια πρόταση που θα υποστήριζε ότι θα έπρεπε να θυσιάσουμε την τέχνη, αν μπορούσε να επιλύσει τα ακόλουθα τρία προβλήματα:

Πρώτον, το ζήτημα δεν είναι τόσο αν θα θυσιάζαμε την τέχνη για να διασώσουμε την προστασία των αδύναμων ομάδων όσο το τι δείχνει η θυσία αυτή για τους νόμους που συζητάμε. Με άλλα λόγια, ο νόμος δεν μπορεί να ορίσει καν τι θεωρεί μισαλλόδοξο λόγο. Και πώς να το ορίσει ο νόμος, όταν δεν μπορούν καν να το ορίσουν τα θύματα; Για κάποια θύματα ρατσισμού, ο Poka-Yio είναι με το μέρος τους, για άλλα είναι κατάπτυστος. Για κάποιους γκέι, ο Γουονάροβιτς ήταν ακτιβιστής, για κάποιους μισητός. Για κάποιες φεμινίστριες, η Φρέιζερ κάνει ακτιβιστική τέχνη, για άλλες κάνει πορνό. Να μην αναφέρω καν, ξεφεύγοντας προς στιγμήν από τη σύγχρονη τέχνη, ότι για υπολογίσιμη μερίδα θυμάτων ρατσισμού, ο «Χωκ Φιν» του Μαρκ Τουέιν αποτελεί εξέχον παράδειγμα μισαλλόδοξου λόγου, ενώ για άλλη μερίδα αποτελεί μια ήπια και σαρκαστική ανατροπή του. Αν ο νόμος, λοιπόν, μπορούσε να μας αιτιολογήσει με το ίδιο σκεπτικό γιατί ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ είναι μισαλλόδοξος, ας τον θυσιάσουμε. Δεν μπορεί όμως. Και δεν μπορεί επειδή επιμένει να παραβλέπει τη φύση της γλώσσας: είναι το πλαίσιο που παράγει την ερμηνεία, η ερμηνεία δεν είναι εγγενής στο σώμα της γλώσσας. Το «Fight AIDS Kill a Quere» μπορεί να είναι μισαλλόδοξο ή ανατρεπτικό, καταπιεστικό ή χειραφετητικό, αναλόγως ποιος, πού και υπό ποιες συνθήκες το λέει. «Κάθε θεωρία λογοκρισίας πρέπει να διαθέτει μια θεωρία ερμηνείας.»[9] Οι αντιρατσιστικοί νόμοι διαθέτουν μια θεωρία λογοκρισίας δίχως να διαθέτουν μια θεωρία ερμηνείας.

Δεύτερον, η θυσία της τέχνης αυτής θα ήταν η θυσία ενός από τα καταφύγια του ριζοσπαστικού λόγου στη σύγχρονη εποχή. Είναι βέβαιο ότι νόμοι κατά τεκμήριο προοδευτικοί, δέχονται να καταπνίξουν κάτι τέτοιο ως παράπλευρη απώλεια; Τι ακριβώς οδηγεί μια κοινωνία στο σημείο όπου υφίσταται η «γενική καταδίκη», για την οποία μιλούσαμε πιο πάνω, αν όχι η ριζοσπαστική σκέψη; Πιστεύει κανείς ότι οι ριζοσπαστικές πρωτοπορίες είναι διακοσμητικά στοιχεία μιας κοινωνίας; (Αν ναι, εύχομαι να πιστεύει ότι η οικολογία είναι απάτη, ότι δεν υφίσταται υπερθέρμανση, μόλυνση ή οτιδήποτε τέτοιο, διότι οι πιο ριζοσπαστικές και πιο ευφάνταστες οικολογικές προτάσεις αυτή τη στιγμή διατυπώνονται στην τέχνη.[10])

Τρίτον, η τέχνη δεν είναι το μόνο είδος λόγου που επιστρατεύει την τακτική της οικειοποίησης για να παραγάγει νέο νόημα. Σε έναν σημαντικό βαθμό, όλος ο ακτιβιστικός λόγος το πράττει. Και αυτό δεν είναι τυχαίο: η ακτιβιστική αυτή τακτική προέρχεται από τη γλωσσική συμπεριφορά των ίδιων των αδύναμων ομάδων, των ίδιων των θυμάτων της μισαλλοδοξίας. Έχω ξανά αναφερθεί στη χρήση της λέξης «nigger» στο πλαίσιο της μαύρης υποκουλτούρας - ακούστε ένα κομμάτι χιπ χοπ, αν έχετε αμφιβολία. Σε αυτή, ας προσθέσω τη χρήση της λέξης «bitch» από τις μαύρες γυναίκες (και, σταδιακά, και από λευκές), «dyke» από τις λεσβίες, «queer» από τους γκέι, καθώς και τη χρήση της πορνογραφίας από μερίδα φεμινιστριών (θανάσιμων εχθρών της Κάθριν ΜακΚίνον, ασφαλώς!), μερίδα ομοφυλοφίλων και λεσβιών, καθώς και ακτιβιστών του AIDS. Ειρήσθω εν παρόδω, ας αναφέρω το όνομα που επέλεξε η γκέι ακτιβιστική οργάνωση «Queer Nation» για την ομάδα οροθετικών μελών της: «Infected Faggot». Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με αυτές τις ακτιβιστικές πρακτικές, είτε πιστεύει ότι φέρνουν αποτέλεσμα είτε όχι, είναι αδύνατον να ξεπεράσει το γεγονός ότι η χρήση της γλώσσας είναι χειραφετητική ή, το λιγότερο, έχει αυτή την πρόθεση.

Τελικά, όμως, ίσως υπάρχει κάτι να λεχθεί και για την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου νόμου, όχι όμως με την έννοια της πολυνομίας, όπως στην κριτική που παρουσίασα πιο πάνω, αλλά πάλι σε σχέση με τη γλώσσα. Ο ρατσισμός, η ομοφοβία, ο σεξισμός είναι πρωτίστως γλωσσική υπόθεση: κατοικούν στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, στο ίδιο το σύστημα αντίληψής μας. Οι αντιρατσιστικοί νόμοι, ακόμη και αν παραβλέψουμε την απουσία ερμηνευτικής θεωρίας που τους καθιστά αφελείς, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν παρά ιδιαιτέρως «υψηλές» εκφάνσεις της γλωσσικής αυτής πραγματικότητας: βιβλία, δημόσιες δηλώσεις, ιστοσελίδες κτλ. Δεν βλέπω πώς μπορούν να αντιμετωπίσουν τη γλώσσα σε ένα πολύ πιο βασικό επίπεδο, όπως στο ακόλουθο παράδειγμα:

Μιλούσα με μια φίλη και της ανέπτυσα τη συλλογιστική που κατέγραψα εδώ, καταλήγοντας να πω ότι δεν είμαι στην πραγματικότητα εναντίον οποιασδήποτε νομοθεσίας. Απεναντίας, είπα, θα μπορούσα να δεχτώ ένα «θετικό» νομοθέτημα, ας πούμε έναν νόμο που αποπειράται να καταπολεμήσει τον ρατσισμό προβλέποντας χρηματοδότηση για την αποκατάσταση εβραϊκών μνημείων ή θεσπίζοντας πανεπιστημιακά τμήματα για τη μελέτη του Ολοκαυτώματος.

«Α, να τα γράψεις αυτά» μου είπε. «Να τα γράψεις οπωσδήποτε.»

«Γιατί;» ρώτησα.

«Θα αρέσουν στους Εβραίους.»

Δεν βλέπω πώς οι αντιρατσιστικοί νόμοι μπορούν να κάνουν οτιδήποτε για αυτόν τον ρατσισμό.

Αντί επιλόγου: ένας κομψός γραφικός χαρακτήρας

Η κατεστημένη αντίληψη για τον νόμο τον θέλει να αντιδρά σε ένα δεδομένο κοινωνικό – καλύτερα: πολιτισμικό – παράδειγμα. Προϋποτίθεται δηλαδή ένα διαμορφωμένο κοινωνικό πεδίο που διέπεται από μια σειρά πολιτισμικές συμπεριφορές, τις οποίες ο νόμος έρχεται να ρυθμίσει. Αυτό που η κατεστημένη αντίληψη παραβλέπει είναι ότι ο «...νόμος δεν αντιδρά απλώς στις πολιτισμικές τάσεις. Αλλά, επίσης, τις αντανακλά, τις ενισχύει και τις δημιουργεί.»[11] Αυτό είναι λίγο ως πολύ αναπόφευκτο, γι’ αυτό και ο κίνδυνος που παρουσιάζει η ύπαρξη ενός νόμου, ο οποίος δεν κατανοεί το ίδιο το πεδίο που αποπειράται να ρυθμίσει, πιστεύω ότι είναι μεγαλύτερος από αυτόν που επικαλείται και από τον οποίον υποτίθεται ότι μας προστατεύει. Δεν θα δίσταζα στιγμή να πω ότι όλοι οι αντιρατσιστικοί νόμοι πρέπει να καταργηθούν αμέσως, έστω και αν εξακολουθώ να βδελύσσομαι τον μισαλλόδοξο λόγο, και όσο και αν απεύχομαι το να εμφανιστεί στο μέλλον μια A.S.W. Inc και ένας Τζέρι Κ. Ντάρμαν. Γιατί, φυσικά, ούτε A.S.W. Inc ούτε Τζέρι Κ. Ντάρμαν υπήρξε ποτέ.

Υπήρξε, ωστόσο, ο Ντέρεκ Τζάρμαν, πρωτοπόρος κινηματογραφιστής, συγγραφέας, ζωγράφος και ακτιβιστής, έργο του οποίου είναι το «Fuck me blind». Μακράν του να αποτελεί, φυσικά, ένα σύνθημα μίσους κατά των ομοφυλοφίλων, ο πίνακας είναι μια απεγνωσμένη, σκοτεινή κραυγή ενός ανθρώπου που την ύστατη στιγμή έχει το κουράγιο να αρθρώσει αυτό το φρικτό, αμφίσημο λογοπαίγνιο με τη σεξουαλικότητα και την αρρώστια που τον κατασπάραζε. «Και καθώς ο χρόνος γινόταν όλο και περισσότερο το πολυτιμότερο αγαθό που διέθετε, όλη η διαδικασία τελείωσε σε λίγες ώρες. Σταγόνες αίματος εμφανίζονται στη γραφή του πίνακα με τη μορφή κηλίδων πορφυρής μπογιάς. Θυμάμαι τον Ντέρεκ, σχεδόν τυφλό, να αναρρώνει από μια κρίση πλήρους τύφλωσης, γονατισμένο στα τέσσερα με ένα παλιό κουτάλι να ξύνει μανιασμένος την υγρή μαύρη μπογιά που είχε απλώσει πάνω από το αφοπλιστικά γοητευτικό eau de nil χρώμα του φόντου. Ο περίφημος κομψός του γραφικός χαρακτήρας είχε μετατραπεί σε μια κραυγή οργής.»[12] Ο Ντέρεκ Τζάρμαν πέθανε από AIDS το 1994.



Derek Jarman, «Fuck me blind», 1993, λάδι σε καμβά, 252x179εκ., ιδιωτική συλλογή 
ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ: ΓΚΑΛΕΡΙ RICHARD SALMON, ΛΟΝΔΙΝΟ


Οι κάτωθι σημειώσεις δεν είναι πλήρεις, καθ’ ότι το ιστολόγιο δεν ενδείκνυται γι' αυτό. Όποιος χρειάζεται επιπλέον πληροφορίες για κάτι που αναφέρεται στο κείμενο και δεν διαθέτει παραπομπή, ας μου στείλει ένα e-mail.


[2] Για το ιστορικό της υπόθεσης Σεραφείμ – Καλοβυρνά, βλ. Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, «Ο άγιος ένα εκατομμύριο θέλει (μόνο)». Για τη διαμαρτυρία, βλ. 10%, Προστασία των γκέι, λεσβιών, αμφισεξουαλικών και τρανς ατόμων της Ελλάδας από κηρύγματα μίσουςΠαράπλευρη υπόθεση, αυτή του Γιάννη Χάρη, βλ. Γιάννης Η. Χάρης, «Η Εβδομάδα του Σωλήνα Α.Π.Α.Σ». Για τη νομική ανάπτυξη της επέκτασης του νόμου στα ΛΟΑΤ άτομα, βλ. E-Lawyer, «Επέκταση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στα ΛΟΑΤ άτομα».
[3] Είναι μάλλον περιττό να υπενθυμίσω ότι δεν είμαι νομικός. Ζητήματα συνταγματικότητας ή νομικής αρτιότητας τα αφήνω έξω από τούτη την ανάπτυξη. Για μια υποστηρικτική παρουσίαση του νόμου, βλ. E-Lawyer, «Μερικές σκέψεις για τον αντιρατσιστικό Ν.927/1979». Για την αντίθετη άποψη, βλ. Αναμόρφωση, «Κατά του Ν. 927/1979 Ι» (σύνδεσμοι εκεί και για τα επόμενα). Πλείστες όσες ανταλλαγές απόψεων στα σχόλια.
[4] Για το ζήτημα της πορνογραφίας ως μισαλλόδοξου λόγου, η επιφανέστερη ανάλυση απαντάται στο έργο των Catharine MacKinnon και Andrea Dworkin, ενδεικτικά στο: Catharine MacKinnon and Andrea Dworkin, Pornography and Civil Rights: A New Day for Women’s Equality, Organizing Against Pornography, 1988. Για τη σύνδεση της πορνογραφίας με τους αντιρατσιστικούς νόμους, βλ. Amy Adler, «What’s Left? Hate Speech, Pornography, and the Problem for Artistic Expression», California Law Review, Δεκέμβριος 1996.
[5] Για μαχητικές αναπτύξεις – και τα πολύ ενδιαφέροντα σχόλιά τους – σχετικά με την καθολικότητα του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, βλ. Αθήναιου Βορβορυγμοί, «Υπόθεση Κώστα Πλεύρη (updated)» και Σουφραζέτα, «In the time of judges…».
[6] Περισσότερα για τη συναίνεση ως προϋπόθεση της ελευθερίας της έκφρασης έγραψα εδώ: «Εμβόλιμα (περί λογοκρισίας 2)».
[7] Για μια κριτική της έκθεσης, βλ. John Russel, «Images of Grief and Rage In Exhibition on AIDS».
[8] Για πληθώρα παραδειγμάτων, καθώς και εκτενή παρουσίαση του αμφίρροπου τρόπου με τον οποίο προσλήφθηκαν, βλ. Amy Adler, ό.π.
[9] Amy Adler, ό.π. σ. 1541.
[10] Για πέντε καλλιτέχνες που διατυπώνουν οικολογικές προτάσεις, έγραψα εδώ: «Στοχασμός στο πράσινο».
[11] Για μια ανάπτυξη του πώς συμπεριφορά και νομική απαγόρευση συνιστούν μέρη μιας ενιαίας κουλτούρας (ειδικά στην περίπτωση των νόμων κατά της παιδικής πορνογραφίας), βλ. Amy Adler, «The Perverse Law of Child Pornography», Columbia Law Review, Μάρτιος 2001, σ. 87.
[12] Για το πλήρες κείμενο, βλ. Richard Salmon, «Derek Jarman», 1η Μπιενάλε της Αθήνας 2007 «Destroy Athens», κατ. έκθ., Εκδόσεις Futura & Μπιενάλε της Αθήνας, 2007, σ. 144.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ (26.1.2010): Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο του 10%.

Τεχνηέντως 19 Δεκεμβρίου 2009


Μοίρες

Περιδιαβάζοντας τη 10η Μπιενάλε της Λυών - είμαι εκεί από την Τετάρτη - σκεπτόμουν τον Γιάννη Τσαρούχη. Όχι, δεν ήταν η περιρρέουσα «γαλλική ευαισθησία» αλλά το αίσθημα ότι ετοιμαζόμαστε να μπούμε - το 2010 είναι η επέτειος των 100 χρόνων από τη γέννησή του - σε άλλη μια συζήτηση περί ελληνικότητας, με τον μοναδικό εσωστρεφή μας τρόπο, όπου όλα έπονται των δοξολογιών για τη μεγαλοσύνη πραγμάτων που βγάζουν νόημα μόνο υπό το φως μιας αποκλειστικής, απολύτως περίκλειστης νοηματοδοσίας. Θα ευχόμουν να τα «ανοίγαμε», μολονότι ομολογώ ότι δεν έχω, φυσικά, μια πρόσφορη συνταγή για κάτι τέτοιο. Απλώς, περιστοιχισμένος για ακόμη μία φορά από πολλά δείγματα σύγχρονης τέχνης που με μάλλον απλοϊκό τρόπο προσπαθούν να ανατμήσουν τις σύγχρονες ρευστές ταυτότητες και μοίρες, αναλογίστηκα με πίκρα τη σχεδόν τραγική - με την έννοια της αξιοπρέπειας! - μορφή ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να είναι εμβληματικός ακριβώς για τις σύγχρονες ρευστές ταυτότητες και μοίρες. Αρκεί βέβαια να συνειδητοποιούσαμε ότι μια τέτοια προσέγγιση περιλαμβάνει και την υποχρέωση να την αποδομήσουμε - και μαζί τους εαυτούς μας.

Ίχνη

Επιστροφή στην ειδησεογραφία. Σήμερα εγκαινιάζεται η έκθεση «Γη-Ίχνη» του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελείται από δύο μέρη. Το ένα περιλαμβάνει έργα των δώδεκα φωτογράφων που επελέγησαν για την τελική φάση του Βραβείου Ρictet (διεθνές βραβείο αφιερωμένο στη φωτογραφία και στη βιώσιμη ανάπτυξη), μεταξύ άλλων των Ντάρεν Αλμοντ, Κρίστοφερ Αντερσον, Εντουαρντ Μπουρτίνσκι, Αντρέας Γκέρτσκι κ.ά., καθώς και του νικητή του βραβείου Ναντάβ Καντέρ. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει έργα δεκατριών ελλήνων και ξένων δημιουργών οι οποίοι «συνδιαλέγονται» με τους φωτογράφους του Βραβείου Ρictet επάνω στο θέμα της «Γης». Παρουσιάζονται έργα των Ελίνα Μπρόδερους, Χάρη Κακαρούχα, Εφης Τσακρακλίδου κ.ά. Η διπλή έκθεση, σε επιμέλεια των Γκαμπριέλ Μπορέ και Βαγγέλη Ιωακειμίδη, θα διαρκέσει ως τις 28 Φεβρουαρίου 2010.

Ευχές

Η στήλη, λόγω των συνηρημένων κυκλοφοριών της εφημερίδας στις γιορτές, θα επιστρέψει πια με τον καινούργιο χρόνο. Εύχομαι σε όλους «seasons greetings», όπως λέμε στην πολιτικά ορθή γλώσσα της διεθνούς, πολυπολιτισμικής καλλιτεχνικής οικογένειας.

[Στη φωτογραφία έργο (φωτογραφία) του Ναντάβ Καντέρ, εφετινού νικητή του Bραβείου Ρictet / ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ: ΜΦΘ]

Τεχνηέντως 12 Δεκεμβρίου 2009


Παζάρια

Έφτασε λοιπόν εκείνη η περίοδος, όταν οι μισές γκαλερί μεταμορφώνονται σε «είδη δώρων». Κάποιες διοργανώνουν ομαδικές εκθέσεις συνεργατών τους, ελπίζοντας ότι οι ελάχιστοι που έχουν χρήματα να ξοδέψουν θα θελήσουν να αγοράσουν ένα κονσέπτουαλ χριστουγεννιάτικο καραβάκι αντί, λόγου χάρη, ένα i-Ρhone. Άλλες, πιο ευθείες, διοργανώνουν χριστουγεννιάτικα «μπαζάαρ» (το «παζάρι» δεν το συνηθίζουν στη Νιου Γιορκ). Προτιμώ τις δεύτερες. Ήμουν πάντα υπέρ της απενοχοποίησης.

(Οι κακές γλώσσες θα πουν ότι οι μισές γκαλερί είναι «είδη δώρων», ούτως ή άλλως. Διαφωνώ. Παρά το οξύμωρο του πράγματος, δεν θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν οικονομικά ως «είδη δώρων», ούτε καν όσο ευδοκιμούν ως θιασώτες της avant garde. Και αυτό επειδή ο ανταγωνισμός θα ήταν τεράστιος: τα πραγματικά, τα αναντικατάστατα, τα οριστικά «είδη δώρων» είναι οι δημοπρασίες...)

Διαλέξεις

Στον αντίποδα των παραπάνω, εκτός πνεύματος Χριστουγέννων, δηλαδή, διάλεξη θα δώσει ο ιστορικός Τέχνης Πολ Αρντέν με τίτλο «Το παρόν της τέχνης», με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Αrt, Le Ρrésent», στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, την Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου, στις 19.30. Θα παρουσιάσει επίσης τον αναδρομικό κατάλογο της Μάρως Μιχαλακάκου «Violente Βeauté». Το ΚΣΤ Ιλεάνα Τούντα φιλοξενεί την έκθεση της Μάρως Μιχαλακάκου «Ρarallel Universe» ως τις 23 Ιανουαρίου. Επίσης ως τις 23 Ιανουαρίου, στον ίδιο χώρο, φιλοξενείται και η έκθεση του Δημήτρη Φουτρή «Swornhaylinglei».

Σχεδιάσματα

Εν τω μεταξύ, στη Θεσσαλονίκη, μια δεύτερη εκδοχή της έκθεσης «Αταξίες», η οποία παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι στην Αμφιλοχία, σε επιμέλεια της Ρούλας Παλαντά, παρουσιάζεται τώρα υπό τον τίτλο «Σχεδίασμα Β», στο ΔΥΝΑΜΟ project-space. Η έκθεση περιλαμβάνει καλλιτέχνες από τη Συλλογή Μπέλτσιου, διοργανώνεται σε συνεργασία με το Ίδρυμα Μάργαρη, εγκαινιάζεται σήμερα και θα διαρκέσει ως τις 31 Δεκεμβρίου.

ΚΣΤ Ιλεάνα Τούντα, Αρματολών & Κλεφτών 48, τηλ. 210 6439466, www.art-tounta.gr * ΔΥΝΑΜΟ project-space, Τύπου 5, Θεσσαλονίκη  [Στη φωτογραφία: Έργο του Απόστολου Γεωργίου από την έκθεση «Σχεδίασμα Β» / ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ: ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΠΕΛΤΣΙΟΥ] 

Τεχνηέντως 5 Δεκεμβρίου 2009


Χειρωναξίες...

Την περασμένη Κυριακή, έγραφα, διασκεδάζοντας μάλλον με το γεγονός, πως τα διεθνή ΜΜΕ βρήκαν αξιοσημείωτο, επαναλαμβάνοντάς το ξανά και ξανά, ότι ο Ντέιμειν Χερστ ζωγράφισε τους πίνακές του «μόνος του». Ύστερα, όμως, αναλογίστηκα τη δημοσιότητα που πήρε η πρόσφατη τοποθέτηση του τεράστιου πίνακα του Ντέιβιντ Χόκνεϊ, «Bigger Trees Near Warter» (2007), στην Tate Britain. Και μετά, φυλλομετρώντας στο Google Reader, διάβασα την ανάρτηση του Τζόναθαν Τζόουνς, στο μπλογκ του στον Guardian, όπου παραπονιέται ότι οι επιμελητές της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου ανταμείβουν ένα καλλιτέχνη - τον Μάικλ Λάντι - μόνο και μόνο επειδή «ζωγραφίζει από το φυσικό». Και σκέφτηκα, διακρίνεται, άραγε, κάποια αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη χειρωναξία;

...και ιδέες

Δεν αποκλείεται. Σε αυτή την περίπλοκη συγκυρία που συνδυάζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει νέους καλλιτέχνες με πρωτοφανή ταχύτητα, μια αγορά που βρίσκει τρόπο και διεξόδους για να διακινήσει σχεδόν οτιδήποτε, και μια θεωρητική συγκυρία όπου η δυσκολία εξαγωγής ενός απόλυτου συμπεράσματος, που να χρησιμεύει στοιχειωδώς ως αισθητική καθοδήγηση, ολοένα εντείνεται, πολλοί αναζητούν καταφύγιο σε αυτό που τους φαίνεται ακλόνητο: την ικανότητα κάποιου να φτιάχνει κάτι με τα χέρια του. Κρίμα που τόσο αδιαμφισβήτητα κίνητρα οδηγούν τόσους ανθρώπους σε τόσο λανθασμένα συμπεράσματα.

Σε μεγάλους καλλιτέχνες, όπως ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ ή ο Λυκ Τόιμανς, αλλά και σε λίγο πιο μικρούς, όπως η Μαρλέν Ντυμάς, σίγουρα ο χειρισμός του έργου ως ύλης έχει μεγάλη σημασία. Αλλά η αντίστροφη συνεπαγωγή δεν λειτουργεί ποτέ. Η χειρωνακτική δεξιότητα δεν είναι παρά αυτό: χειρωνακτική δεξιότητα, δεν διαφέρει καθόλου, για να παραφράσω τον Μαρσέλ Ντυσάν, από «δουλειά υδραυλικού». (Ενίοτε, βάζουμε και τα υδραυλικά μας στα μουσεία - και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, δεν το κάνουμε επειδή εκτιμούμε τη χειρωναξία αλλά επειδή τα συγκεκριμένα ενδέχεται να ενσαρκώνουν μια ιδέα για τον τρόπο ζωής μας.)

Καλό θα ήταν να θυμάται κανείς ότι, από την εποχή του Αλμπέρτι και του Λεονάρντο, αυτό που σήμερα κατανοούμε ως τέχνη διαμορφώθηκε διεκδικώντας την υπόστασή του ως πνευματική εργασία. Αποτελεί ίσως άλλο ένα τεκμήριο του συγχυτικού καλλιτεχνικού τοπίου των ημερών μας ότι όχι μόνο αδαείς η ανεξοικείωτοι με την τέχνη αλλά και στοχαστές του χώρου αυτού υποκύπτουν στη συλλογιστική δειλία να αναγνωρίζουν κάποια εγγενή αξία στο ότι κάποιος «σχεδιάζει από το φυσικό» ή «ζωγραφίζει μόνος του».

[Στη φωτογραφία: Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ στα εγκαίνια της έκθεσης του «Bigger Trees Near Water», στη Royal Academy Summer Exhibition, το 2007. (AP Photo/Sang Tan)]

Εμβόλιμα (Περί βίας – σκέψεις για την οργάνωση ενός χώρου)


Αναλογιζόμενος τη νέα δουλειά του Δημήτρη Φουτρή, η πιο έντονή μου σκέψη είχε να κάνει με τη βία που κάνει την εμφάνισή της, σε αποσπασματικά αφηγηματικά επεισόδια, στα γλυπτά και στις εγκαταστάσεις του, και μοιάζει να γεφυρώνει τις ποικίλες αναφορές του. Και αυτή η σκέψη, με τη σειρά της, μου έφερε στο νου τη γενικευμένη συζήτηση περί βίας που αποτελεί πάγιο, πλέον, χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτικού λόγου. Το συμπέρασμα που επικρατεί στο κυρίαρχο πολιτικό φάσμα, το οποίο περιλαμβάνει και κάθε μεμονωμένη άποψη που δεν θα μπορούσε να νοηθεί ακραία, είναι ότι η βία είναι καταδικαστέα, σε κάθε περίπτωση, υπό οποιαδήποτε συνθήκη ή προϋπόθεση.

Βέβαια, αυτό δεν είναι αλήθεια – όσο και αν, χάριν ρητορείας, το επαναλαμβάνουμε συχνά. Κάθε χώρος συναίνεσης αποτελεί ένα προϊόν εξουσιαστικής διάδρασης, ορίζεται από μια διαδικασία επιβολής. Συνεπώς, κάθε τέτοιος, ορισμένος χώρος που επιτρέπει εντός του τη συμβίωση, οφείλει να προϋποθέτει ένα «έξω», έναν τόπο, μια θέση εκτός, από την οποία είναι δυνατόν να αποτολμηθεί η διάρρηξή του, όταν ο χώρος συναίνεσης δεν επιτρέπει πλέον την τήρηση και την αναπαραγωγή των ίδιων των συμβάσεων που τον συνιστούν. Αυτή είναι η μόνη εγγύηση κατά του ολοκληρωτισμού, ο μόνος εφικτός έλεγχος της εξουσίας: η διαρκής απειλή κατάλυσης της συναίνεσης.

Μολονότι μιλούμε για έναν φανταστικό τόπο – η εξωτερική θέση δεν είναι παρά μια εννοιακή προϋπόθεση – μιλούμε ταυτόχρονα για έναν τόπο που πρέπει να διατηρεί τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε πραγματικό, εισβάλλοντας στο βασίλειο του πραγματικού. Ο τρόπος με τον οποίον συντηρείται η δυναμική του φανταστικού αυτού τόπου, η δυνατότητα εισβολής, δεν είναι άλλος από τις υπομνήσεις, τις μικρές ρήξεις, τη σποραδική βία που αναφαίνεται εντός του χώρου συναίνεσης.

Το πιο ανησυχητικό ίσως χαρακτηριστικό του σύγχρονου δημοκρατικού λόγου είναι ότι τείνει να στερήσει από τον φανταστικό τόπο τη δυναμική πραγμάτωσής του. Μολονότι επί της αρχής παραδέχεται ότι ένας τέτοιος τόπος είναι απαραίτητος, ταυτόχρονα μεταθέτει κάθε πιθανότητα πραγμάτωσής του σε ένα νεφελώδες μέλλον, αρνούμενος οποιαδήποτε «αυθεντικότητα» στις μικρές ρήξεις, εξοβελίζοντάς τις στον χώρο του μη-πολιτικού (η βία είναι απαραίτητη αλλά όχι έτσι και όχι τώρα) και εξασφαλίζοντας ότι η αναγκαιότητα της ρήξης θα βρίσκεται πάντα πέρα από τον ορίζοντά μας. Ένας δημοκρατικός λόγος που στερεί από τους συνομιλητές κάθε επίκληση της αναγκαιότητας ρήξης γίνεται ένας ολοκληρωτικός λόγος.

Στην έκθεση του Δημήτρη Φουτρή υπάρχει ένα «μέσα» και ένα «έξω». Τα διαβάζω ως μια αντιστροφή: αυτό που θα περίμενε κανείς να είναι το «μέσα», είναι το «έξω», και αντίστροφα. Το «μέσα», το περίκλειστο σε μια αναγνωρίσιμη και καθιερωμένη σύμβαση, είναι ο φανταστικός τόπος, αυτός που ονομάζεται «Σουορνχέηλινγκλει». Το «έξω», ομοιογενές αλλά απέραντο, είναι ο χώρος της συναίνεσης. Στον φανταστικό τόπο ξεδιπλώνονται τα επεισόδια, οι υπομνήσεις της βίας, οι σποραδικές ρήξεις. Έξω από αυτόν κυριαρχεί ένας ήχος, κάτι ανάμεσα σε βουητό πλήθους και ψαλμό, δίχως άλλη δράση, εκτός από δύο τοτέμ-φορείς του ήχου, θεματοφύλακες της κοινής ζωής.

Περιττό να πω ποιο από τα δύο – το «μέσα» ή το «έξω» - φαίνεται πιο τρομακτικό.

Το κείμενο γράφτηκε για την έκθεση του Δημήτρη Φουτρή, ««Σουορνχέηλινγκλει», στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, 3.12.09 - 13.1.10

Εμβόλιμα (Οσμηρός ακτιβισμός)

Φτάνοντας σήμερα στην εφημερίδα, βρήκα την ακόλουθη ανακοίνωση, την οποία παραθέτω αυτούσια:

Μάτια Μύτη Στόμα

Στις 26/11/09 το απόγευμα έγινε ένα συμβολικό sabotage στα εγκαίνια της έκθεσης “rooms” στο ξενοδοχείο St. George Lycabettus.

Με πολλή αγάπη για τους ευτραφείς καλλιεργημένους και φιλότεχνους συλλέκτες που καμαρώνουν γυρνοβολώντας ανάμεσα στο φιλοθεάμον κοινό, τους καλοντυμένους γαμπρούς και τις στυλάτες θεούσες, επιχειρήσαμε να δώσουμε μια ολιστική εμπειρία, απλά φροντίζοντας να διαχυθεί στο χώρο η μυρωδιά που ζώνει το πεδίο των εικαστικών, προεκτείνοντας έτσι την καλή τέχνη προς την κατεύθυνση που χαράζουν αυτοί που διαμορφώνουν ονόματα και καταστάσεις. Οι πρσβλητικές, βρώμικες και υποτιμητικές πρακτικές των ιδιοκτητών τέχνης έχουν ως γνώμονα προσωπικά οφέλη, διαφήμιση, κοινωνικό status και εξαναγκάζουν καλλιτέχνες να παράγουν πολλά γεγονότα αμισθί υπό τις βουλές και τις ορντινάτσες αυτής της πληκτικής παρέας τεχνοκριτικών, γκαλερί και συλλεκτών. Ένα από τα μέλη αυτής της παρέας με τα ψεύτικα χαμόγελα και τις υποκριτικές συμπεριφορές είναι ο κ. Καππάτος.

Η οσμή της βρωμιάς που διαχύθηκε το βράδυ των εγκαινίων δεν είναι παρα η άμεση μεταφορά της υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων στο καθοριστικό επίπεδο των μυρωδιών.

Η φίμωση ή η καθοδήγηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας τίνει να γίνει μια συνήθεια στην οποία ποντάρουν αυτοί οι ευαίσθητοι ανθρωποί. Συνήθεια θα γίνει η κριτική μας και οι απολογίες τους.

Φιλοπρόοδες πρωτοβουλίες όπως αυτή των κινηματογραφιστών στην ομίχλη δηλώνουν σε αυτούς που δεν ξέρουν ή δε θέλουν να βλέπουν, την οριακή αυτή κατάσταση. Αν αυτή τη φορά κλείνατε τη μύτη σας, ετοιμαστείτε γιατί την επόμενη θα τρίβετε τα μάτια σας.

ΕΚΠΟΜΠΕΙΣ
ΣΗΜΕΡΑ

Από τα ονόματα των άλλων παραληπτών, βλέπω ότι ή ανακοίνωση εστάλη σε αρκετούς που κατοικούν στο εσώτερο κύκλο του εγχώριου καλλιτεχνικού πεδίου. Όσοι είχαν την τύχη να γίνουν μάρτυρες του εν λόγω οσμηρού ακτιβισμού (δυστυχώς άλλες υποχρεώσεις δεν μου επέτρεψαν να παραστώ, όπως κάνω τα τελευταία χρόνια), ας αφηγηθούν την εμπειρία τους. Ανυπομονώ.  

Εμβόλιμα (ΜΠ87: Προσωπογραφία της Κατρίν Μιγιέ)



Τον πίνακα τον είδα σε φιλικό σπίτι, την περασμένη Πέμπτη. Τον βρήκα εξαιρετικό. Επιπλέον, είχα εκείνη την αίσθηση του «μικρού κόσμου», καθώς μάθαινα ότι είναι η «Προσωπογραφία της Κατρίν Μιγιέ», έργο της Μαρίας Παπαδημητρίου από το 1987. Είπα να το μοιραστώ - με την άδεια της καλλιτέχνιδας, που ελπίζω να μου συγχωρήσει την κακή φωτογραφία. 

Τεχνηέντως 28 Νοεμβρίου 2009


Culture Wars Ι

Για τις πρόσφατες ρίψεις αβγών στην κα Τριανταφύλλου και στον κ. Μανδραβέλη πολλοί σχολίασαν. Πέραν των προφανών, σκέπτομαι και ότι το να κουβαλάς πάνω σου αβγά και να προσέχεις, καθ΄ όλη τη διαδρομή από το σπίτι σου ως τον τόπο διαμαρτυρίας, να μη σου σπάσουν μέσα στην τσέπη και τελικά επιβαρύνεις την πλύστρα μαμά σου αντί για τους ταξικούς εχθρούς σου, μοιάζει να προδίδει μια ψυχολογία αφάνταστα βασανισμένη. Αν μάλιστα συνυπολογίσω το αίτημα «τώρα θα σας διαβάσουμε ένα κείμενο», με όλο το άγχος εφήβου ποιητή που υποκρύπτει, αισθάνομαι μια ατμόσφαιρα που θα είχε το «Ιf» αν, αντί για τον Μάλκολμ Μακ Ντάουελ, έπαιζε ο Μακόλεϊ Κόλκιν.

Culture Wars ΙΙ

Δεν έχει τόση σημασία που αφορά μια γκαλερί - ουδόλως υπαινίσσομαι κάποια ιερότητα των εκθεσιακών χώρων. Θα μπορούσε να έχει συμβεί οπουδήποτε στην ευλογημένη χώρα μας. Θα θυμάστε, όπως λέγαμε την περασμένη εβδομάδα, χθες ήταν τα εγκαίνια του νέου χώρου της γκαλερί Loraini Αlimantiri Gazonrouge, σε ένα ιστορικό κτίριο, σχεδιασμένο από τον Προβελέγγιο κτλ...

Εκτός από Ιστορία, ωστόσο, το κτίριο διαθέτει και γείτονες, ένας εκ των οποίων, απ΄ ό,τι φαίνεται, το εποφθαλμιούσε. Χθες το πρωί, λοιπόν, καθώς οι ιδιοκτήτες έφθασαν στην γκαλερί για τις τελευταίες ετοιμασίες, βρέθηκαν μπροστά σε μια ασύλληπτη εικόνα: ήδη από τις 6 τα ξημερώματα, ένα συνεργείο είχε σκάψει τα πάντα κατά μήκος της πρόσοψης της γκαλερί, αφήνοντας πίσω του το καθ΄ όλα ενδιαφέρον σεληνιακό τοπίο που βλέπετε στη φωτογραφία. Όταν ερωτήθηκαν οι εργάτες - δεν υπήρχε εργολάβος -, απάντησαν ότι είναι συνεργείο του Δήμου. Λίγες ακόμη ερωτήσεις, όμως, αποκάλυψαν ότι ήταν ιδιωτικό συνεργείο, δασκαλεμένο να πει ότι είναι του Δήμου, ενώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η γκαλερί, είχε προσληφθεί από τον εν λόγω γείτονα.

Εγκαίνια με κρατήρες, λοιπόν. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα αυτή η ζέση που θυμίζει κ. Καλαμάρη (για τους θιασώτες της υψηλής κουλτούρας, αυτό) με ενθουσιάζει! Αν και θα ευχόμουν να επρόκειτο για κάτι ακόμη πιο σκοτεινό, ας πούμε ο διαβολικός γείτονας να αποδειχθεί στην πραγματικότητα πράκτορας των γκαλερί του Μεταξουργείου που άνοιξαν πόλεμο στις γκαλερί της Κυψέλης. Στο τέλος μπορούν οι γκαλερί του Ψυρρή να συγκαλέσουν συμβούλιο όλων των οικογενειών - τέλος πάντων, καταλαβαίνετε πού το πάω...



[Στη φωτογραφία: Η εγκαινιαστική πρόσοψη της γκαλερί Loraini Αlimantiri Gazonrouge, στην οδό Κυκλάδων, χθες το πρωί.]

Εμβόλιμα (Γιατί αυτός; Σκέψεις για τη Συλλογή Δάκη Ιωάννου στο New Museum)


Έχω πολλές ημέρες καθυστερήσει να καταγράψω σκέψεις για την υπόθεση που ανέκυψε με την προγραμματισμένη έκθεση της Συλλογής Δάκη Ιωάννου στο New Museum of Contemporary Art. (Όσοι δεν γνωρίζουν την υπόθεση, για να μην τα ξαναγράψω, μπορούν να δουν το άρθρο του Tyler Green, από όπου ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση, καθώς και τα δημοσιεύματα της Art Newspaper (και την απάντηση του New Museum), των New York Times και του NY Arts Magazine. Νομίζω ότι αρκούν, αν και ο σχολιασμός έχει απλωθεί σε πλείστα όσα ιστολόγια. Άντε, ας παινέψω και το σπίτι μου: το δημοσίευμα του Βήματος εδώ.) Ο λόγος που καθυστέρησα ήταν επειδή αναρωτήθηκα αν ήθελα στ’ αλήθεια να αναμειχθώ σε μια συζήτηση που για άλλη μια φορά γίνεται με ηθικολογικούς όρους, έχοντας πλέον αναπτύξει οξεία δυσανεξία στην ηθικολογία που κατακλύζει ολοένα περισσότερο τον καλλιτεχνικό κόσμο, ως διεστραμμένη αντίστιξη στην πληθωρικότητα της αγοράς τέχνης. Ποιος το αντέχει, σκέφτηκα, πάλι όλο αυτό, τα ανισόρροπα επιχειρήματα, την άγνοια της ιστορίας, την λαϊκίστικη, υποκριτική προάσπιση της «δημοκρατικότητας», της «αντικειμενικότητας» και του «συλλογικού καλού», τις φωνασκίες ανθρώπων σαν τον κ. Green που πιστεύει ότι το New Museum και όλα τα άλλα μουσεία θα έπρεπε να ακυρώσουν αμέσως όλες τις εκθέσεις ιδιωτικών συλλογών που έχουν προγραμματίσει;

Από μια άποψη, πραγματικά δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς. Η ηθικολογία και η ψυχολογία όχλου που τη συνοδεύει είναι προφανής σε όλους όσοι έχουν τα στοιχειώδη εφόδια. Από μια άλλη άποψη, όμως, είναι κανείς υποχρεωμένος να ασχοληθεί. Και αυτό επειδή η απόφαση να εκτεθεί μια συλλογή σε ένα μουσείο δεν στερεί από το μουσείο καμιά δυνατότητα να κάνει οποιαδήποτε άλλη έκθεση ή από ένα άλλο μουσείο την επιλογή να λάβει διαφορετικές αποφάσεις. Η ηθικολογία, απεναντίας, αποπειράται να στερήσει από ένα μουσείο μια επιλογή που θα έπρεπε να είναι δική του με επιχείρημα μια νεφελώδη, λαϊκίστικη ιδέα περί «ακεραιότητας». Αποπειράται επιπλέον όχι μόνο να υποχρεώσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια υπολογίσιμη μερίδα του κοινού να στερηθεί μια έκθεση που πιθανότατα θα επέλεγε να δει αλλά και να θεσπίσει έναν κανόνα βάσει του οποίου το κοινό θα βλέπει μόνο ότι ο ηθικολογικός όχλος ορίζει. Έτσι, παρά τους δισταγμούς μου, αισθάνομαι τελικά ότι εδώ διακυβεύεται κάτι περισσότερο από την ψυχική μου ηρεμία.

Δεν θα αρνηθώ την ιδιότητα του «insider» (αν και δεν θα κουραστώ να τονίζω πόσο λιγότερα σημαίνει στ’ αλήθεια από αυτά που φαντάζονται οι συνωμοσιολόγοι), ίσα ίσα αποτελεί έναν από τους λόγους που αποφάσισα τελικά να καταγράψω αυτές τις σκέψεις. Αντιμετώπισα πολλές φορές τα τελευταία χρόνια την επιλογή να σχετιστώ με τη δραστηριότητα του Δάκη Ιωάννου ή όχι και η επιλογή μου ήταν να το κάνω, κάθε φορά, κάτι που δεν έχω πράξει με άλλους συλλέκτες, διαφορετικών προσανατολισμών και απόψεων. Έτσι – in the interest of full disclosure, που λένε και στη Νέα Υόρκη – συνεργάστηκα με το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ για να στείλουμε τον Κωστή Βελώνη και τη Ντιάνα Μαγγανιά στην Κουαντρενάλε Γλυπτικής της Ρίγας 2004, συμμετείχα στην Επιτροπή Επιλογής του Βραβείου ΔΕΣΤΕ 2005, ενώ ο Δάκης Ιωάννου υπήρξε πολύτιμος συνομιλητής της ομάδας της Μπιενάλε της Αθήνας, οικονομικός αρωγός στην ομάδα των Φίλων της Μπιενάλε, και χορηγός με την J&P Αβαξ στην 1η Μπιενάλε της Αθήνας 2007 Destroy Athens. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, υπήρξαν πολλές ευκαιρίες να δω τη συλλογή, κάτι που συνετέλεσε όχι μόνο στην ενημέρωσή μου αλλά και στη διαμόρφωση των απόψεών μου για την τέχνη. Οι επαφές αυτές ήταν πάντα αφορμές για συζήτηση, κάτι που λίγο λίγο συγκρότησε μια φιλία, αλλά το αφήνω αυτό κατά μέρος, μια και για τους σκοπούς μας εδώ δεν έχει σημασία.

Πιστεύω ότι μιλώ εξ ονόματος αρκετών επαγγελματιών αυτού του χώρου – ορισμένοι από τους οποίους μάλιστα αποτελούν και εγγύτερους συνομιλητές από ό,τι εγώ ή οι συνεργάτες μου – λέγοντας ότι είναι στ’ αλήθεια εξοργιστικό να υποθέτει κανείς ότι η επαφή με έναν από τους σημαντικότερους συλλέκτες στον κόσμο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα οικονομικό πάρε-δώσε, λες και η τέχνη που μας περιβάλλει δεν είναι παρά συμπτωματική, μια δικαιολογία για να επιτύχουμε ποιος-ξέρει-τι. Είναι επιπλέον και έντονα πατερναλιστικό – κάποιοι άλλοι γνωρίζουν τον «ορθό» τρόπο να ασχολείσαι με την τέχνη και απαξιώνουν την προσφορά οποιουδήποτε άλλου, ενώ υποθέτουν ότι δικαιούνται να εγκαταστήσουν έναν κανόνα, με μοναδικό όπλο ουσιαστικά την παραληρηματική φαντασίωση μιας «κάθαρσης». Από ποιο μίασμα, αλήθεια;

Αλλά ας μην μιλώ μόνο προσωπικά. Η δραστηριότητα του Δάκη Ιωάννου διαμόρφωσε τις απόψεις για την τέχνη πολύ περισσότερων ανθρώπων. Μια ολόκληρη γενιά σε αυτή τη χώρα – ίσως και δύο, πια – γνώρισε τι γίνεται στον κόσμο της τέχνης διεθνώς χάρη στη Συλλογή Δάκη Ιωάννου, όταν η σύγχρονη τέχνη για τα μουσεία, την ΑΣΚΤ και το ΥΠΠΟ ήταν ανύπαρκτη, ενώ μόνοι υπέρμαχοί της ήταν δυο-τρεις γκαλερί περιορισμένου βεληνεκούς και μέσων και η πελατεία τους από «παλιούς αστούς». Η πλειονότητα των ανθρώπων που σήμερα απαρτίζουν τη σύγχρονη σκηνή πρωτοείδαν σύγχρονη τέχνη με οποιαδήποτε σοβαρότητα στην «Πολιτιστική Γεωμετρία» και στο «Post-Human» και εμπνεύστηκαν από το «New». Ήταν παγκόσμιας εμβέλειας πολιτιστικά γεγονότα αυτά που σε πείσμα της συντηρητικής κριτικής της εποχής, αφύπνισαν δεξιότητες και ενέπνευσαν ιδέες. Το γεγονός ότι σήμερα η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα κατέχει μια αισθητά βελτιωμένη θέση – αρκεί να αναλογιστεί κανείς το περασμένο καλοκαίρι – δεν είναι διόλου ασύνδετο με τη δραστηριότητα του Δάκη Ιωάννου. Όποιος το παραγνωρίζει είναι είτε αδαής είτε εμπαθής.

Αναγνωρίζω ότι ο πλούτος δημιουργεί ανακλαστική απέχθεια σε πολλούς. Έτσι είναι και είναι δικαιολογημένη στον βαθμό που κάποιος ενδιαφέρεται για τον κόσμο. Αλλά η επίκληση των ιδανικών της ισότητας ή δεν ξέρω γω τι άλλο για να απαξιωθεί μια συλλεκτική δραστηριότητα και μια πολιτιστική προσφορά είναι απαράδεκτη. Χαρακτηριστικό το εξής σχόλιο που αλίευσα σε κάποιο ιστολόγιο (δυστυχώς δεν θυμάμαι πια σε ποιο), σε μια από τις ατέρμονες συζητήσεις των ημερών: «It might be wise for the New Museum to compensate for this dubious enterprise by scheduling a show devoted to artists under thirty who have day jobs to pay the rent.» Ώστε λοιπόν η ευκαιρία να δούμε μια συλλογή με κάποιους από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες στον κόσμο, πρέπει να αντισταθμιστεί – και μάλιστα εν είδει «αποζημίωσης»! – με την εκθεσιακή αποκατάσταση όσων καλλιτεχνών δουλεύουν σερβιτόροι; Πώς ζημιώθηκε κάποιος, δηλαδή, για να αποζημιωθεί; Πόσο πιο ανόητη μπορεί να είναι μια αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης, πόσο πιο πολύ μπορεί να απαξιώσει όχι μόνο την τέχνη αλλά και τη δικαιοσύνη στην αγορά εργασίας; Δεν είναι προφανές ότι κοινωνική δικαιοσύνη είναι μάλλον να έχουν όλοι day jobs, είτε φιλοδοξούν να γίνουν καλλιτέχνες είτε όχι, παρά να επιβάλλεται κάθε φορά που εκθέτουμε τον Τζεφ Κουνς ή τον Μαουρίτσιο Κατελάν να «αποκαθιστούμε» και τον καλλιτέχνη της διπλανής πόρτας; Και υπάρχει, στο κάτω κάτω, και ένα ακόμη ζήτημα: οι εκθέσεις στα μουσεία γίνονται για να τις βλέπει ο κόσμος, όχι για να αποκαθίστανται οι καλλιτέχνες. Όποιος θέλει να είναι καλλιτέχνης, πρέπει να διασωθεί από την day job του; Τι είναι αυτό, η μετα-αριστερή ερμηνεία των αφορισμών του Γιόζεφ Μπόις;

Και σίγουρα οι ωριμότεροι, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι σε θέση να διαχωρίσουν την ανακλαστική απέχθεια προς τον πλούτο από τις συγκεκριμένες επιλογές. Το γεγονός ότι έχουμε ίσαμε δέκα εξαιρετικές συλλογές σε αυτή τη χώρα – με πρώτη ανάμεσά τους του Δάκη Ιωάννου – και κανένα μουσείο δεν έχει σκεφτεί έναν τρόπο να τις εκθέτει, αποτελεί κάποιου είδους αντίσταση στην πλουτοκρατία; Και όσοι το υποστηρίζουν αυτό δεν ντρέπονται για τις ελλειμματικές υπηρεσίες που προσφέρουν στην πολιτιστική ζωή μας; Ξέρετε πόση απίθανη, συγκλονιστική τέχνη υπάρχει σε αποθήκες και παραμένει εκεί, δίχως να την βλέπει κανένα κοινό, επειδή στους συλλέκτες δεν μιλάει κανένας «επαγγελματίας» της τέχνης από φόβο μήπως τον βάψουν οι κατ’ επάγγελμα αντιστασιακοί με το πινέλο του υπηρέτη «συμφερόντων»;

Το ένα πρόβλημα με την ηθικολογία είναι ότι δεν αρθρώνει καν έναν πειστικό εναλλακτικό λόγο, κάτι που να ασκεί κριτική πράγματι στους πρωταγωνιστές μιας τέτοιας υπόθεσης, όπως του New Museum, για τις επιλογές τους. Στην όλη κριτική που αναπτύχθηκε, πουθενά δεν διάβασα ότι η Συλλογή Δάκη Ιωάννου δεν είναι καλή ή ότι δεν αξίζει να τη δουν χιλιάδες άνθρωποι που δεν έχουν την ευκαιρία να ταξιδέψουν ως την Αθήνα. Αντ΄αυτού, η ηθικολογία προϋποθέτει μια νεφελώδη πλην «κανονική» συνθήκη – αναρωτιέμαι πόσο οι θιασώτες της θα την επιθυμούσαν στ’ αλήθεια – όπου η αγορά είναι «στη θέση της» και τα μουσεία στη δική τους, η πρώτη τίποτε παρά μια παραγωγή πλασματικής αξίας κατά τα προστάγματα των ισχυρών και τα δεύτερα ναοί «αντικειμενικής» επιστημονικότητας που κυβερνώνται από «αγνούς» και «ακέραιους» ανθρώπους. Η συλλογή έργων τέχνης δεν είναι τίποτε άλλο παρά επένδυση, κερδοσκοπία και διακίνηση αξίας, και η όποια εμπλοκή με την τέχνη και την γοητεία της δεν είναι παρά το πρόσχημα της επιχειρηματικότητας. Και τα μουσεία είναι παραγωγοί in vitro γνώσης, δεν γονιμοποιούνται από επαφές, δεν επηρεάζονται και δεν συμμετέχουν στην πολύπλοκη οικονομία της τέχνης. Περιττό, ελπίζω, να επισημάνω ότι μια τέτοια συνθήκη είναι όχι μόνο ανύπαρκτη αλλά και συνταρακτικά τρομακτική ως ιδανικό – προδίδει βαθιά άγνοια της τέχνης, της ιστορίας και των κοινωνικών σχέσεων.

Ας το πούμε μια ακόμη φορά: η τέχνη, όπως την καταλαβαίνουμε, δηλαδή ως αυτοαναφορικό σύστημα, είναι αλληλένδετη με την ελεύθερη αγορά – ιστορικά και εννοιακά. Αυτό δεν ταυτίζεται με τη δοξολογία της νεόπλουτης επιδειξιομανίας ούτε νομιμοποιεί την υπερβολή στην αγορά τέχνης (συμπεριφορές που, αμφότερες, παρεμπιπτόντως, εκφράζονται μάλλον με τους Βολανάκηδες των Greek Sales παρά με τον Τζεφ Κουνς στη Συλλογή Ιωάννου), εξηγεί όμως ότι η συλλεκτική δραστηριότητα και η εμπλοκή του συλλέκτη με τους καλλιτέχνες, τους επιμελητές, τα μουσεία κτλ είναι στη φύση του χώρου αυτού. Πρέπει στ’ αλήθεια να επικαλεστούμε την Κάθριν Ντράιερ και τον Μαρσέλ Ντυσάν για να αντιληφθεί κανείς ότι το New Museum απλώς ενεργοποιείται στο πλαίσιο μιας πολύτιμης και ζωντανής παράδοσης;

Το άλλο πρόβλημα με την ηθικολογία είναι ότι αντιστέκεται στο συγκεκριμένο, αδυνατεί να ξεχωρίσει περιπτώσεις. Ο ένας ή ο άλλος συλλέκτης, η μία ή η άλλη συγκυρία υπάγονται σε μια ολοκληρωτική τοποθέτηση που αποδίδει σταθερά κίνητρα σε όλους, ανάλογα με τους ρόλους που προκύπτουν από την «κανονική» συνθήκη.

Ας δούμε, λοιπόν, τα κυριότερα από τα συγκεκριμένα ερωτήματα που έχουν τεθεί:

Επηρεάζουν οι Trustees τις πολιτικές των μουσείων;

Ναι. Όχι όλοι, βέβαια, και όχι πάντα. Αλλά πολλοί ανάμεσά τους είναι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή τη θέση επειδή έχουν σοβαρή εμπλοκή με την τέχνη. Ανάλογα με το μουσείο, οι Trustees μπορεί να έχουν περισσότερο ή λιγότερο πρακτικές αρμοδιότητες, πάντως πολλοί επαγγελματίες των μουσείων αποζητούν την άποψή τους και όσοι δεν το κάνουν, θα έπρεπε.

Επηρεάζουν επειδή δίνουν χρήματα;

Ναι. Η τέχνη είναι και οικονομική δραστηριότητα. Ως εκ τούτου, χρειάζεται χρήματα. Τα βρίσκει από όσους τα διαθέτουν και ενδιαφέρονται αρκετά για να τα δώσουν. Στις νεότερες δυτικές οικονομίες, αυτοί είναι κατά κανόνα ιδιώτες και όχι κρατικές δομές. Επιπλέον, το ότι οι Trustees επηρεάζουν επειδή δίνουν χρήματα, δεν σημαίνει ότι οποιασδήποτε έχει χρήματα, μπορεί να γίνει Trustee. Τα μουσεία επιλέγουν.

Πόσο μετράει η επιλογή των μουσείων; Δεν υπάρχουν Trustees που επειδή δίνουν χρήματα, μπορούν να επηρεάσουν μολονότι η ιδέα τους για την τέχνη εξαντλείται στο να προβάλουν τον εαυτό τους;

Μετράει πολύ. Αλλά όχι απόλυτα και, ναι, συμβαίνει κι αυτό. Συνήθως, ο αποτελεσματικότερος έλεγχος για τέτοιες περιπτώσεις είναι οι υπόλοιποι Trustees. Δεν έχω δει πολλά ευρωπαϊκά ή αμερικανικά μουσεία να παραδίδονται βορά στις μέτριες ή ασήμαντες συλλογές ματαιόδοξων Trustees. (Σε αντίθεση με τα ελληνικά, όπου, επί το «δημοκρατικότερον», δεν υπάρχουν Trustees, αλλά απλώς ενοικιάζονται οι αίθουσες των μουσείων.)

Ο Δάκης Ιωάννου επηρεάζει την πολιτική του New Museum;

Δεν ξέρω αλλά το εύχομαι. Και αν ρωτούσε κανείς επαγγελματίες με μεγάλη πείρα και συγκλονιστικές εκθέσεις στο ενεργητικό τους, η ιδέα να τους συμβούλευε ή απλώς να συνεισέφερε στις σκέψεις τους ένας τέτοιος συλλέκτης, δεν θα τους φαινόταν καθόλου κακή. Το ξέρω, τους έχω ρωτήσει.

Ο Δάκης Ιωάννου εκθέτει τη συλλογή του στο New Museum επειδή είναι Trustee;

Όχι. Την εκθέτει επειδή είναι μια από τις σημαντικότερες συλλογές στον κόσμο και η σημαντικότερη στο είδος της, ενώ δεν έχει ποτέ δειχτεί στις ΗΠΑ.

Η συλλογή του Δάκη Ιωάννου θα πάρει αξία επειδή θα εκτεθεί στο New Museum;

Πιθανώς ναι, πιθανώς όχι. Οι απόψεις διίστανται. Από τη μια, οι μουσειακές εκθέσεις κατά κανόνα αυξάνουν την αξία των συλλογών. Από την άλλη, έργα που δημόσια ταυτίζονται με μια επώνυμη συλλογή αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη μεταπώληση. Σε κάθε περίπτωση, η πιθανότητα να επηρεαστεί υπολογίσιμα η αξία έργων του Τζεφ Κουνς ή του Ρόμπερτ Γκόμπερ από μια έκθεση στο New Museum είναι ασήμαντη. Ακόμη, όμως, και να μην ήταν, έχει κανένας σοβαρά την πρόθεση να επιχειρηματολογήσει ότι το κοινό δεν πρέπει να δει τη συλλογή για να μην αυξηθεί η αξία της;

Θα έπρεπε τα μουσεία να παραδοθούν στις ορέξεις ιδιωτών που προβάλουν τον εαυτό τους;

Είναι λίγο σαν να ρωτάει κανείς: θα έπρεπε να έρθω και να σου βγάλω το μάτι με ένα κουτάλι; Εχμ, προφανώς όχι. Αλλά πού είδε κανείς να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Όταν μιλούμε για ηθικολογία, αυτό εννοούμε: την εξαγωγή ενός αυθαίρετου, γενικού συμπεράσματος, το οποίο στοχεύει να ρυθμίσει μια άλλη συμπεριφορά από αυτή που στην πραγματικότητα υφίσταται. Δεν παρέδωσε κανένας τα μουσεία στη ματαιοδοξία των ιδιωτών – ό,τι κι σημαίνει αυτή η ελαφρώς σουρεαλιστική άποψη σε έναν κόσμο ελεύθερης αγοράς. Πρόκειται για τη συγκεκριμένη συλλογή του συγκεκριμένου συλλέκτη. Αυτή θα έπρεπε όλοι να τη δουν. Όποιος δεν την έχει δει, δεν ξέρει τι χάνει. Και αν ένα από τα παράπλευρα αποτελέσματα της έκθεσης είναι η προβολή του Δάκη Ιωάννου, τόσο το καλύτερο: το αξίζει. Θα μπορούσε να έχει περάσει τα χρόνια του παίζοντας κακό γκολφ. Αντ’ αυτού, από το 1983 έχει ιδρύσει ένα ίδρυμα για τη σύγχρονη τέχνη που έγινε ξακουστό παγκοσμίως, έχει συνομιλήσει με ορισμένους από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της τελευταίας εικοσαετίας και έχει συγκροτήσει μια θαυμαστή συλλογή. Και υποστηρίζουν κάποιοι στα σοβαρά ότι δεν πρέπει να προβληθεί;

Το χειρότερο με όλη αυτή την υπόθεση είναι ότι συσκοτίζει πραγματικά ζητήματα, τα οποία δεν έχουν να κάνουν με τη συγκεκριμένη έκθεση και το να τα συναρτά κανείς με τη συγκεκριμένη έκθεση είναι τελικά αντιπαραγωγικό. Τέτοιο ζήτημα είναι η χρηματοδότηση του πολιτισμού εν γένει, και κυρίως σε σχέση με το πόσο σχηματικά την αντιλαμβάνονται οι περισσότερες κατεστημένες πολιτικές πεποιθήσεις, με βάση ένα δίπολο ακραιφνούς κρατισμού και αγοραίας ασυδοσίας. Υπάρχει λόγος να γίνει μια τέτοια συζήτηση που να απαντά σε ερωτήματα όπως τι είναι εποικοδομητικό και τι δεν είναι εποικοδομητικό να κάνει το κράτος, ποια είναι τα όρια της «δημοκρατικότητας» όταν μιλούμε για κάτι φύσει ατομικό όπως η σύγχρονη τέχνη, ποιος είναι ο ρόλος των μουσείων και τι ακριβώς σημαίνει «παιδευτικό», σε ποιο βαθμό είναι απάτη η «επιστημονικότητα» στην περίπτωση των μουσείων σύγχρονης τέχνης και σε ποιο βαθμό η σοβαρότητά τους κινδυνεύει όχι από την ιδιωτική χρηματοδότηση αλλά από τη συνάρτηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης με την αύξηση της επισκεψιμότητας, τι επιπτώσεις έχει η γιγάντωση του εκπαιδευτικού συστήματος της τέχνης (ζήτημα τουλάχιστον ισάξια σημαντικό με τη γιγάντωση της αγοράς) και πώς αυτή συνδέεται με τον πληθωρισμό δομών όπως τα μουσεία, τα κέντρα τέχνης και οι περιοδικές εκθέσεις, και πολλά πολλά ακόμη.

Αλλά είναι δύσκολο να γίνει μια τέτοια συζήτηση με ηθικολόγους, το βασικό ερώτημα των οποίων είναι: γιατί αυτός;

Νόμιζα ότι είχαμε ένα προβάδισμα στην ηθικολογία σε αυτήν εδώ τη χώρα αλλά όλη η φασαρία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού μου έδειξε ότι κάνω λάθος. Φαίνεται ότι, όπως το γράφω στην αρχή, η ηθικολογία γίνεται δομικό χαρακτηριστικό ενός κόσμου της τέχνης που βαυκαλίζεται ότι αντιτάσσει πολιτικές ανησυχίες σε αυτό που διακρίνει ως μια υπερφίαλη αγορά, ενώ στην πραγματικότητα θάβει κάτω από τόνους πολιτικής ορθότητας όποιο ίχνος πολιτικής σκέψης του έχει απομείνει.

Τεχνηέντως 21 Νοεμβρίου 2009



Εγκαίνια Ι

Εκτός από την γκαλερί the apartment, για την οποία έγραφα πριν από δύο εβδομάδες ότι απέκτησε νέο χώρο και άνοιξε με την έκθεση της Εμι Αβόρα «Τhe Τiger in the Τheater (From Βaroque to Superama)», καινούργιο χώρο έχει αποκτήσει και η γκαλερί Loraini Αlimantiri Gazonrouge: Ανοίγει στις 27 Νοεμβρίου σε ιστορικό κτίριο, σχεδιασμένο από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, στην Κυψέλη, με ομαδική έκθεση που τιτλοφορείται «Cabinet of a motion». Συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι Αssume Vivid Αstro Focus, Ντόρα Οικονόμου, Κιρστίν Ρέπστορφ και Γιώργος Σαπουντζής.

Εγκαίνια ΙΙ

Στο μεταξύ, μια καλλιτέχνιδα η οποία συνεργάστηκε επί μακρόν με τη Loraini Αlimantiri Gazonrouge, και πραγματοποίησε εκεί δύο ατομικές εκθέσεις, επισκέπτεται την Ελλάδα από τη Νέα Υόρκη, όπου πλέον ζει και εργάζεται, για την τρίτη της ατομική, αυτή τη φορά όμως στην γκαλερί ΑΔ: Η Γεωργία Σαγρή τιτλοφορεί την έκθεσή της «ΓΑΛΑΞΗ/ Διαφορετική Μελέτη της Ιδιας Σελίδας» και παρουσιάζει μια σειρά σχέδια, καμωμένα με ξύσιμο ή με τα δάχτυλά της πάνω σε προϋπάρχουσες αφίσες, την καταγραφή μιας περφόρμανς με τίτλο «Εξοδος», ένα γλυπτό με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γάλα για όλους», καθώς και τρία φορέματα που θυμίζουν τα σχέδια για ρούχα που σχεδίασε η Πόποβα τη ρώσικη μετεπαναστατική περίοδο. Η έκθεση εγκαινιάζεται στις 25 Νοεμβρίου.

Εγκαίνια ΙΙΙ

Την πλούσια αυτή εβδομάδα, όμως, ανοίγει η γκαλερί a.antonopoulou.art, με τα εγκαίνια, στις 23 Νοεμβρίου, της ομαδικής έκθεσης «Τρία Επί Μέδουσα Συν Ενα», στην οποία συμμετέχουν οι Παναγιώτης Αγαπητός, Λήδα Παπακωνσταντίνου, Νίκος Κουρούσης και Νώντας Σαρλής. Περφόρμανς των τεσσάρων δημιουργών θα παρουσιαστεί την ημέρα των εγκαινίων και το Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009, στις 15.00.

the apartment, Ιθάκης 29, Κυψέλη, www.theapartment.gr * Loraini Αlimantiri Gazonrouge, Κυκλάδων 8, Κυψέλη, τηλ. 210 8837.909, www.gazonrouge.com * ΑΔ, Παλλάδος 3, Ψυρρή, τηλ. 210 3228.785, www.adgallery.gr * a.antonopoulou.art, Αριστοφάνους 20, Ψυρρή, τηλ. 210 3214.994, www.aaart.gr [Στη φωτογραφία: Αφίσα της έκθεσης «ΓΑΛΑΞΗ/ Διαφορετική Μελέτη της Ιδιας Σελίδας», στην γκαλερί ΑΔ / ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ: ΑΔ, ΑΘΗΝΑ]

Τεχνηέντως 14 Νοεμβρίου 2009


Νεάπολη Ι

Καλημέρα από τη Νεάπολη της Ιταλίας. Βρίσκομαι εδώ για την ατομική έκθεση του Βασίλη Καρούκ, ενός από τους πιο καλούς ζωγράφους της σύγχρονης σκηνής, η οποία εγκαινιάστηκε χθες το βράδι, στη γκαλερί Akneos. Νέα γκαλερί, με πορεία μόλις ενάμιση χρόνου, μολονότι ως τώρα αναζητούσε την ταυτότητά της περισσότερο στις εγκαταστάσεις, συστήνεται τώρα με έναν ζωγράφο και τον συστήνει στο κοινό της Νεάπολης.

Νεάπολη ΙΙ

Συναρπαστική πόλη. Όπως πολλές πόλεις της Ιταλίας, φέρει τα σημάδια της ιστορίας της εμφανώς – όχι σαν τις ελληνικές. Ταυτόχρονα, επικρατεί ένας πανζουρλισμός, μπροστά στον οποίον οι πιο τρελές στιγμές της Αθήνας ωχριούν. Υπολείμματα ρωμαϊκών τοιχών, αναγεννησιακά και μπαρόκ μέγαρα, πλούσιες αγορές και ετοιμόρροπα κτίρια, σκοτεινά, απειλητικά στενάκια αλλά και αμέτρητος κόσμος στους δρόμους, μηχανάκια με φονικές διαθέσεις, η μυθιστορηματική φήμη της Καμόρα, τάγματα ιπποτών, πανίσχυρη εκκλησία, πίτσα (η αυθεντικότερη του κόσμου, φυσικά), και γκραφίτι παντού (όπως το εξαιρετικό δείγμα της φωτογραφίας). Μου λένε ότι πίσω από αυτή, υπάρχει η άλλη, η μυστική Νεάπολη: κρυμμένοι, ιδιωτικοί κήποι, μέγαρα με εξαίρετα έργα τέχνης, κλειστά μοναστήρια. Δεν δυσκολεύομαι να το φανταστώ – όλες οι πόλεις έχουν τις σκιές τους και μια πόλη σαν αυτή πολύ περισσότερο.

Νεάπολη ΙΙΙ

Η Νεάπολη είναι από τις σημαντικότερες πόλεις της Ιταλίας για τη σύγχρονη τέχνη, μαζί με το Τορίνο και το Μιλάνο. Εύλογο το ερώτημα, πού χωράει η σύγχρονη τέχνη μέσα σε τόση ιστορία; Υπάρχει μια αίσθηση-απάντηση σε αυτό, την οποία δεν μπορώ να αποδείξω αλλά την αισθάνομαι σωστή: σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου η ιστορία υπάρχει σαν υποχρεωτική φαντασίωση ή σαν πολιτική κουβεντούλα καφενείου, εδώ ζει κανείς μέσα σε αυτή, πέφτει πάνω της συνέχεια, χτυπάει το πόδι του στις πέτρες της. Το γεγονός αυτό την καθιστά γοητευτική αλλά με απομυθοποιημένο, καθημερινό τρόπο. Τα αίθρια των Palazzi είναι τεκμήρια δόξας, ναι, αλλά είναι και οι ακάλυπτοι όπου οι άνθρωποι κρεμούν τις μπουγάδες τους. Το σύγχρονο, σε αυτό το πλαίσιο, είναι απλώς αυτό που συμβαίνει τώρα – δεν είναι ούτε ο εχθρός του ένδοξου παρελθόντος ούτε μια επίκκληση στο μέλλον που θα μας σώσει από την τελματωμένη αυταρέσκειά μας.

Εμβόλιμα (What is a monster?)

At the time of writing this, as yet another accused goes on trial at The Hague, we are all again invited to look upon the heart of darkness. This, they say, is absolute evil: the extraordinary, unnatural force that, once in a while, imposes itself on our community – the monster.

Βut is this what a monster is? I am never sure.

As I am fond of saying, the biggest lie of our time is that we all essentially agree. Of course, we know that there are conflicts in the world, wars, crimes, and all sorts of terrible things, but somehow we always become convinced that these events happen in spite of our true nature, as a departure from normality; they are a perversion of the ‘natural’, conceptually banished to the realm of the deviant. Contemporary liberal democracy seems to have persuaded us that consensus is our true underlying state, while violence – although frequent – is merely incidental.

We unavoidably focus on this incidental violence – what Slavoj Žižek would call subjective violence – in an almost voyeuristic way, and the result is moralizing. Contemporary art is not exempted from this fallacy. Many artists have assumed the role of commentator on the ongoing spectacle, because, indeed, what else is there to do within the confines of universal agreement?

However, one might say that contemporary liberal democracy is masking its origins: it is not the greatness of humankind that made the core of humanism, but the realization that humankind is capable of greatness despite its capacity for evil. Indeed, evil was with us before anything else, and humanity – in its dual meaning of humankind and ‘humanness’ – is a darker, dirtier notion than we might hope.

One of the consequences of this blindness towards our underlying antinomies is the demise of the great narratives. Most of us do not dare to touch upon them, unfortunately not out of any sort of humility, but because they seem to us irrelevant: in a world where consensus reigns supreme, great narratives are deemed an irrelevancy, at best a retro exercise, the telling of a comforting, familiar story.

What I find particularly fascinating in the art of Vasilis Karouk is that he is not a commentator. He grapples with the great narratives as if there was no other way, as if the contemporary paradigm was not constantly pushing him in a different direction. This is also true of his latest paintings, as well as his film, Motivo, a dark, penetrating glance on the perpetual problem of division of wealth.

For Vasilis Karouk the human is a monster, but not in an incidental sense, not in the way that is defined by public moralizing or international law. The human is a monster as a part of his/her constitution. Yet, above and beyond its constitution, the human is also capable of violence as a choice, falling squarely into the Shakespearean truism that condemns him/her not to be a beast. This human monster – could it be anything else but human? – appears slowly, as the veils of looking at violence as coincidence fall away, as we travel through the narrative.

What is strange, however, is that it only becomes a monster once we become attracted to it, because, whatever else Karouk’s art might be, it is also unabashedly sincere: there is attraction lurking in the darkest places, quite different from the voyeuristic pleasure we derive from our everyday encounters with the horrors of the world. This attraction is not pleasurable; it is more akin to how it would feel to be subjected to a magnet, a relentless pull towards coming to terms with humanity at its darkest.

I feel that especially today, where morality has become an object of administrative concern, such an immersion is particularly poignant. It is confrontation with the monster that makes morality possible, not the pretention that it does not exist, or, worse, that it does exist, but it is someone else.

As I listen, in the news, to someone trying to convince me that order and normality are finally, if slowly, being restored (The last thing he pronounced was – your name.), I feel grateful for The horror! The horror!, I feel grateful that there is a narrator, that I can sense the rocking of the boat, that I can see the tranquil waterway that seems to lead into the heart of an immense darkness.



Το κείμενο γράφτηκε για την έκθεση του Βασίλη Καρούκ, "Monstrum", στη γκαλερί Akneos, Νεάπολη.

This text was written for the exhibition "Monstrum" by Vassilis Karouk, in Akneos Gallery, Naples. 

Οι προτάσεις με πλάγια είναι αποσπάσματα από το "The Heart of Darkness” του Joseph Conrad.

Sentences in italics are excerpted from Joseph Conrad’s “The Heart of Darkness”.
Related Posts with Thumbnails